479 αποτελέσματα για «気»

気遣う きづかう

ρήμα

  1. 01 ανησυχώ για (την ευημερία ή την άνεση κάποιου), νιώθω άγχος, αγωνιώ, φοβάμαι
気楽 きらく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανέμελος, άνετος, χαλαρός
  2. 02 χαλαρός, ανέμελος, εύθυμος
気力 きりょく

ουσιαστικό

  1. 01 θέληση, ενέργεια, ζωτικότητα
気遣い きづかい

ουσιαστικό

  1. 01 περίσκεψη, φροντίδα, ανησυχία, έγνοια, φόβος
気にしないで きにしないで

άλλο

  1. 01 μην ανησυχείς, ξέχνα το
気にするな きにするな

άλλο, επιφώνημα

  1. 01 μην ανησυχείς, μην το σκέφτεσαι
気軽 きがる N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανέμελος, ευδιάθετος, ανάλαφρος, κεφάτος, ζωηρός, σβέλτος
  2. 02 άνεση, ευκολία
気を失う きをうしなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ
気の毒 きのどく N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αξιολύπητος, ατυχής, φτωχός, δυστυχισμένος, άθλιος
  2. 02 ασυγχώρητος, λυπηρός
気まぐれ きまぐれ N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ιδιοτροπία, καπρίτσιο
  2. 02 ιδιότροπος, καπριτσιόζος, ασταθής, άστατος, παρορμητικός, ευμετάβλητος, κυκλοθυμικός
気にかける きにかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανησυχώ, νοιάζομαι, προβληματίζομαι
気取る きどる

ρήμα

  1. 01 επιτηδεύομαι, κάνω τον σπουδαίο
  2. 02 προσποιούμαι ότι είμαι (κάτι που δεν είμαι), παριστάνω τον
気を抜く きをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω τη συγκέντρωσή μου, αφαιρούμαι, χαλαρώνω την προσοχή μου
気が済む きがすむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ικανοποιούμαι, ησυχάζω, νιώθω καλά
気恥ずかしい きはずかしい

επίθετο

  1. 01 ντροπιασμένος, αμήχανος, άβολος
気を使う きをつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανησυχώ, προσέχω, είμαι προσεκτικός, δίνω προσοχή, φροντίζω, νοιάζομαι
気を取り直す きをとりなおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανασυντάσσομαι, συγκεντρώνομαι (μετά από αποτυχία), ανακτώ τον έλεγχο (του εαυτού μου)
気温 きおん N3

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοκρασία
気がつくと きがつくと

άλλο

  1. 01 πριν το καταλάβω, ξαφνικά, συνελθών (όταν συνήλθα), εντελώς απρόσμενα
気安い きやすい

επίθετο

  1. 01 άνετος, οικείος, προσβάσιμος, φιλικός