941 αποτελέσματα για «無»

無用 むよう N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστος, ανώφελος, μάταιος
  2. 02 περιττός, αχρείαστος
  3. 03 εκτός υπηρεσίας, άσχετος, μη εξουσιοδοτημένος
  4. 04 απαγορευμένος
無礼 ぶれい N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αγένεια, απρέπεια, ασέβεια, αυθάδεια, θράσος
無礼 なめ

επίθετο

  1. 01 αγενής, απρεπής, αναιδής
無謀 むぼう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απερίσκεπτος, αλόγιστος, βιαστικός, παρορμητικός, παράτολμος, άστοχος, τρελός (π.χ. για σχέδιο)
無造作 むぞうさ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εύκολος, απλός, πρόχειρος
  2. 02 ανέμελος, πρόχειρος, άνετος, απρόσεκτος, ανεπιτήδευτος
無理もない むりもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 φυσικός, κατανοητός, λογικός, δεν είναι να απορεί κανείς
無能 むのう N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ανικανότητα, ανεπάρκεια, αδυναμία
  2. 02 ανίκανος
無人 むじん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μη επανδρωμένος, ακατοίκητος, αφύλακτος, έρημος
  2. 02 έλλειψη προσωπικού, έλλειψη βοήθειας
無理をする むりをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπερβάλλω δυνάμεις, πιέζω τον εαυτό μου, εξαντλούμαι, υπερβάλω
無理はない むりはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 φυσιολογικό, κατανοητό, λογικό, δεν είναι καθόλου παράξενο
無縁 むえん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άσχετος, ασύνδετος, μη συναφής, αδιάφορος, αποκομμένος, μη έχων καμία σχέση, ξένος προς κάποιον
  2. 02 χωρίς συγγενείς (ιδίως για θανόντα), χωρίς επιζώντες συγγενείς
  3. 03 άσχετος με τις διδασκαλίες του Βούδα, ανίκανος να σωθεί από τον Βούδα
無責任 むせきにん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ανευθυνότητα
無念 むねん N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μεταμέλεια, στενοχώρια, ταπείνωση
  2. 02 απαλλαγή από ενοχλητικές σκέψεις
無難 ぶなん N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλής (π.χ. επιλογή), αβλαβής, ακίνδυνος
  2. 02 αποδεκτός, υποφερτός, ικανοποιητικός, επαρκής, αψεγάδιαστος
無料 むりょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 δωρεάν, χωρίς χρέωση
無性に むしょうに

επίρρημα

  1. 01 ασυγκράτητα, έντονα, υπερβολικά, ακατανίκητα, δίχως προφανή λόγο
無知 むち N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άγνοια, αφέλεια, βλακεία
無口 むくち N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λιγομίλητος, συγκρατημένος, ήσυχος, σιωπηλός, αμίλητος
無口 むこう

ουσιαστικό

  1. 01 άστομος
無関心 むかんしん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αδιάφορος, ουδέτερος, ψυχρός, αναίσθητος