146 αποτελέσματα για «元»

もと N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αρχή, πηγή, ξεκίνημα
  2. 02 βάση, θεμέλιο, ρίζα
  3. 03 αιτία
  4. 04 πρώτη ύλη, υλικό, συστατικό, μείγμα (π.χ. για κέικ), ζωμός
  5. 05 μεριά, πλευρά
  6. 06 κεφάλαιο, αρχικό κεφάλαιο, τιμή κόστους
  7. 07 ρίζα (φυτού), κορμός (δέντρου)
  8. 08 λαβή (μέρος αντικειμένου όπως πινέλο ή τσοπστικ που κρατάει κανείς με το χέρι)
  9. 09 πρώτοι τρεις στίχοι ενός ουάκα
  10. 10 αριθμητικό για φυτά ή δέντρα
  11. 11 αριθμητικό για γεράκια (στη γερακοθηρία)
元気 げんき N5

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ζωηρός, γεμάτος ζωντάνια, ενεργητικός, σφριγηλός, δυναμικός
  2. 02 υγιής, καλά, σε φόρμα, σε καλή υγεία
元々 もともと N2

επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αρχικά, από την αρχή, εκ φύσεως
  2. 02 αβλαβής, στα ίσα, όπως ήταν πριν
元に戻る もとにもどる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επανέρχομαι στο φυσιολογικό, επανέρχομαι στην αρχική κατάσταση, ξαναγυρίζω όπως ήταν
元に戻す もとにもどす

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιστρέφω στην αρχή, επαναφέρω, αποκαθιστώ, επανέρχομαι στο σημείο (μιας συζήτησης), επαναφέρω κάτι (που έχει μετακινηθεί) στην προηγούμενη θέση του, ανασυστήνω
元通り もとどおり

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όπως και πριν, όπως πάντα, όπως ήταν αρχικά
元来 がんらい N1

επίρρημα

  1. 01 αρχικά, ουσιαστικά, εκ φύσεως, από τη φύση του, πραγματικά, στην πραγματικότητα
  2. 02 εξαρχής, κατά πρώτο λόγο
元凶 げんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, βασικός υπαίτιος
  2. 02 κύρια αιτία, πηγή
元より もとより

επίρρημα

  1. 01 εξαρχής, από την αρχή, αρχικά
  2. 02 φυσικά, βεβαίως
  3. 03 πόσο μάλλον, όχι μόνο... αλλά και, για να μην αναφέρουμε
元気いっぱい げんきいっぱい

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 γεμάτος υγεία (ζωντάνια, σφρίγος), γεμάτος ζωτικότητα, γεμάτος υγεία
元気が出る げんきがでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αισθάνομαι αναπτερωμένος, ανεβαίνει η διάθεση, ενθαρρύνομαι, εμπνέομαι, αναζωογονούμαι
元も子もない もともこもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 τα χάνω όλα, μένω με άδεια χέρια, χάνω και τα αυγά και τα πασχάλια (έχοντας χάσει τόσο το κεφάλαιο όσο και τον τόκο)
元気づける げんきづける

ρήμα

  1. 01 εμψυχώνω, τονώνω το ηθικό
  2. 02 ευθυμώ, φτιάχνω τη διάθεση
元気出して げんきだして

άλλο

  1. 01 πάρε τα πάνω σου, κράτα γερά
元帥 げんすい

ουσιαστικό

  1. 01 στρατάρχης, ναύαρχος στόλου, αρχιστράτηγος
元カノ もとカノ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην φίλη, πρώην κοπέλα
元気を出す げんきをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανεβάζω το ηθικό μου, αποκτώ ζωντάνια
元素 げんそ N1

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο, χημικό στοιχείο
  2. 02 στοιχείο (π.χ. γη, νερό, αέρας, φωτιά)
  3. 03 προέλευση, πηγή
元はと言えば もとはといえば

άλλο

  1. 01 αν ψάξει κανείς την αρχική αιτία, ουσιαστικά, όσον αφορά την απαρχή, όσον αφορά την αιτία, αρχικά
元気づく げんきづく

ρήμα

  1. 01 παίρνω θάρρος, αποκτώ ζωντάνια, ανακτώ τις δυνάμεις μου