539 αποτελέσματα για «出»

出る でる N5

ρήμα

  1. 01 φεύγω, βγαίνω, εξέρχομαι
  2. 02 αναχωρώ, ξεκινώ (για ταξίδι)
  3. 03 προχωρώ
  4. 04 φτάνω, οδηγώ σε, καταλήγω σε
  5. 05 εμφανίζομαι, αναδύομαι, βγαίνω στην επιφάνεια, εντοπίζομαι, ανακαλύπτομαι, αποκαλύπτομαι, εκτίθεμαι, παρουσιάζομαι
  6. 06 εκδίδονται, δημοσιεύομαι, ανακοινώνομαι, κυκλοφορώ, περιλαμβάνομαι (σε λίστα)
  7. 07 παρευρίσκομαι, συμμετέχω, λαμβάνω μέρος, μπαίνω (σε εκδήλωση), αγωνίζομαι, παίζω, παρουσιάζω
  8. 08 αναφέρομαι, εκφράζομαι, τίθεται (θέμα), προκύπτω
  9. 09 πωλούμαι, πουλιέμαι
  10. 10 υπερβαίνω, ξεπερνώ
  11. 11 προεξέχω, εξέχω
  12. 12 ξεσπάω, συμβαίνω, εκδηλώνομαι, ξεκινώ, προέρχομαι
  13. 13 παράγομαι, παράγεται
  14. 14 προέρχομαι από, παράγομαι από, απορρέω από
  15. 15 δίνομαι, λαμβάνω, παραλαμβάνω, προσφέρομαι, παρέχομαι, υποβάλλομαι, παραδίδομαι, πληρώνομαι
  16. 16 απαντώ (στο τηλέφωνο, στην πόρτα κ.λπ.), σηκώνω (το τηλέφωνο)
  17. 17 υιοθετώ (στάση), ενεργώ, συμπεριφέρομαι
  18. 18 αυξάνω (ταχύτητα κ.λπ.), κερδίζω
  19. 19 ρέω (π.χ. δάκρυα), τρέχω, αιμορραγώ
  20. 20 αποφοιτώ
  21. 21 εκσπερματίζω
出す だす N5

ρήμα, επίθημα

  1. 01 βγάζω
  2. 02 βγάζω, αποκαλύπτω, δείχνω, φανερώνω
  3. 03 υποβάλλω (π.χ. εργασία), παραδίδω
  4. 04 εκδίδω, δημοσιεύω, δημοσιοποιώ
  5. 05 στέλνω (π.χ. γράμμα)
  6. 06 παράγω (ήχο), ανάβω (φωτιά)
  7. 07 σερβίρω (φαγητό)
  8. 08 εξωτερικεύω, ολοκληρώνω, εκτελώ (π.χ. πηδάω έξω, διεξάγω)
  9. 09 αρχίζω, ξεκινάω, ξεσπάω σε
出会う であう N3

ρήμα

  1. 01 συναντώ (τυχαία), πέφτω πάνω σε, βρίσκω μπροστά μου, συναντώ, συναντώ από τύχη
  2. 02 συναντώ (π.χ. για ποτάμια, αυτοκινητόδρομους)
  3. 03 εμπλέκομαι (σε μάχη με τον εχθρό)
出かける でかける N5

ρήμα

  1. 01 βγαίνω έξω (π.χ. για εκδρομή ή έξοδο), φεύγω, αναχωρώ, ξεκινώ
  2. 02 ετοιμάζομαι να φύγω, μόλις βγαίνω
出来る できる

ρήμα

  1. 01 μπορώ, είναι δυνατό, γίνεται, επιτρέπεται (να κάνω)
  2. 02 είμαι καλός σε, τα καταφέρνω καλά, είμαι ικανός (σε), είμαι επιδέξιος
  3. 03 δημιουργούμαι, έρχομαι σε ύπαρξη, σχηματίζομαι, εμφανίζομαι, προκύπτω (για θέμα), γεννιέμαι, κάνω (φίλο), αποκτώ (φίλη, ελεύθερο χρόνο κ.λπ.)
  4. 04 φτιάχνομαι, κατασκευάζομαι, χτίζομαι, σχηματίζομαι, ιδρύομαι, στήνομαι
  5. 05 τελειώνω, ολοκληρώνομαι, γίνομαι, είμαι έτοιμος
  6. 06 παράγομαι (για σοδειά), καλλιεργούμαι
  7. 07 είμαι ώριμος και ισορροπημένος, έχω καλό χαρακτήρα
  8. 08 είμαι εκ φύσεως, γεννιέμαι...
  9. 09 μπλέκομαι (ερωτικά) με, έχω σχέση με, γίνομαι στενός (με), τα φτιάχνω με κάποιον
  10. 10 μένω έγκυος, συλλαμβάνω
出来事 できごと N3

ουσιαστικό

  1. 01 συμβάν, γεγονός, περιστατικό
出て行く でていく

ρήμα

  1. 01 βγαίνω, φεύγω, αποχωρώ
出発 しゅっぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση, αποχώρηση, ξεκίνημα
出てくる でてくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγαίνω, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, αναδύομαι
  2. 02 βγαίνω για λίγο
出入り でいり N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μπαινοβγαίνω, είσοδος και έξοδος
  2. 02 συχνάζω, έχω τακτικές συναλλαγές
  3. 03 έσοδα και έξοδα, εισπράξεις και πληρωμές
  4. 04 αύξηση και μείωση, πλεόνασμα και έλλειμμα, διακύμανση
  5. 05 καβγάς, φασαρία, διαμάχη
  6. 06 εσοχές (π.χ. ακτογραμμής)
出会い であい N3

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση, ραντεβού
  2. 02 πρώτη γνωριμία, τυχαία συνάντηση
  3. 03 συμβολή (ποταμών, ρευμάτων)
出身 しゅっしん N3

ουσιαστικό

  1. 01 καταγωγή, προέλευση (π.χ. πόλη, χώρα, οικογένεια, σχολείο)
出席 しゅっせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρουσία, συμμετοχή, εμφάνιση
出現 しゅつげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφάνιση, ανάδυση, έλευση, άφιξη, γένεση
出口 でぐち N5

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδος, διέξοδος
  2. 02 έξοδος, στόμιο, εξαερισμός
出迎える でむかえる

ρήμα

  1. 01 συναντώ, χαιρετώ
出番 でばん

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά, βάρδια
  2. 02 εμφάνιση στη σκηνή, χρόνος στην οθόνη
  3. 03 η στιγμή (για δράση), ευκαιρία, ρόλος (που πρέπει να παίξει)
出来 でき

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιοτεχνία, τέχνη, εκτέλεση, φινίρισμα
  2. 02 βαθμοί, αποτελέσματα, σκορ, επίδοση
  3. 03 ποιότητα (π.χ. σοδειάς)
  4. 04 συναλλαγές, δοσοληψίες
出してくれる だしてくれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω (π.χ. σκουπίδια, φαγητό από ντουλάπι), σερβίρω (π.χ. πιάτα στο τραπέζι, γεύμα), υποβάλλω, καταθέτω (π.χ. ιδέες, απόψεις), παρέχω, προσφέρω, πληρώνω, καλύπτω το λογαριασμό
出来上がる できあがる N2

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνομαι, τελειώνω, αποπερατώνομαι, είμαι έτοιμος (π.χ. για σερβίρισμα ή κατανάλωση)
  2. 02 μεθώ πολύ, γίνομαι τύφλα