218 αποτελέσματα για «受»

受ける うける N4

ρήμα

  1. 01 λαμβάνω, δέχομαι, παίρνω
  2. 02 πιάνω (π.χ. μια μπάλα)
  3. 03 δέχομαι (π.χ. άνεμο, κύματα, ηλιακό φως)
  4. 04 υφίσταμαι (ζημιά), παθαίνω (απώλεια, τραυματισμό), δέχομαι (επίδραση), αισθάνομαι (επίδραση)
  5. 05 υποβάλλομαι (π.χ. σε χειρουργείο), δίνω (εξετάσεις), αποδέχομαι (μια πρόκληση)
  6. 06 μου δίνεται, μου χαρίζεται (π.χ. ζωή, ταλέντο)
  7. 07 βρίσκω αστείο, βρίσκω χιουμοριστικό, διασκεδάζω (με κάτι)
  8. 08 ακολουθώ, διαδέχομαι, κατάγομαι από
  9. 09 βλέπω (προς νότο κ.λπ.), αντικρίζω
  10. 10 τροποποιούμαι από
  11. 11 εξαγοράζω (π.χ. ενεχυριασμένο αντικείμενο) πληρώνοντας ένα τέλος
  12. 12 γίνομαι δεκτός, γίνομαι δημοφιλής, έχω επιτυχία, βρίσκω απήχηση
受け取る うけとる N3

ρήμα

  1. 01 λαμβάνω, παίρνω, δέχομαι
  2. 02 εκλαμβάνω (π.χ. τα λόγια ή τη συμπεριφορά κάποιου), ερμηνεύω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
受け入れる うけいれる N1

ρήμα

  1. 01 αποδέχομαι, δέχομαι, συμφωνώ
受け止める うけとめる N1

ρήμα

  1. 01 πιάνω, αναχαιτίζω (χτύπημα), αποκρούω
  2. 02 αντιδρώ, λαμβάνω (συμβουλή), δέχομαι (π.χ. κριτική, κατάσταση), αποδέχομαι, αντιμετωπίζω
受け継ぐ うけつぐ N1

ρήμα

  1. 01 κληρονομώ, διαδέχομαι, αναλαμβάνω
受付 うけつけ N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποδοχή, γραφείο υποδοχής, γραφείο πληροφοριών, ρεσεψιονίστ, υπάλληλος πληροφοριών
  2. 02 παραλαβή, αποδοχή
受験 じゅけん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δίνω εξετάσεις (ιδίως για την εισαγωγή σε σχολείο ή πανεπιστήμιο)
受け付ける うけつける N1

ρήμα

  1. 01 αποδέχομαι, παραλαμβάνω (αίτηση), δέχομαι
  2. 02 καταναλώνω (τροφή, φάρμακα κ.λπ.), ανέχομαι, αντέχω
  3. 03 επηρεάζομαι από, δέχομαι ζημιά από
受け流す うけながす

ρήμα

  1. 01 αποκρούω (π.χ. επίθεση), απωθώ (π.χ. μια ερώτηση), αποφεύγω, διαφεύγω, υπεκφεύγω, παρακάμπτω (π.χ. ένα αστείο)
受話器 じゅわき N2

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικό (τηλεφώνου)
受かる うかる N1

ρήμα

  1. 01 επιτυγχάνω (σε εξετάσεις)
受け答え うけこたえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απάντηση, απόκριση
受信 じゅしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήψη (μηνύματος, γράμματος, email, κ.λπ.), λήψη σήματος (ραδιοφώνου, τηλεόρασης, κ.λπ.)
受け持つ うけもつ N2

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω την ευθύνη, έχω την επίβλεψη
受賞 じゅしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω βραβείο, κερδίζω βραβείο, βραβεύομαι
受けて立つ うけてたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδέχομαι μια πρόκληση, σηκώνω το γάντι
受験生 じゅけんせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής που προετοιμάζεται για εξετάσεις (συνήθως εισαγωγικές), υποψήφιος εξετάσεων
受付嬢 うけつけじょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος υποδοχής, γραμματέας υποδοχής
受け うけ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικότητα, εύνοια, υποδοχή
  2. 02 άμυνα, φήμη
  3. 03 συμφωνία, συναίνεση
  4. 04 δέκτης τεχνικής (π.χ. στις πολεμικές τέχνες)
  5. 05 παθητικός (σύντροφος σε ομοφυλοφιλική σχέση)
受け取り うけとり

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη, παραλαβή, απόδειξη, απόκομμα