44 αποτελέσματα για «張»

張る はる

ρήμα

  1. 01 κολλάω, επικολλάω
  2. 02 τεντώνω, απλώνω, σφίγγω, στήνω (π.χ. σκηνή)
  3. 03 σχηματίζομαι (π.χ. πάγος σε λίμνη)
  4. 04 γεμίζω, πρήζομαι
  5. 05 προεξέχω, προβάλλω
  6. 06 δημοσιεύω (π.χ. έναν σύνδεσμο στο διαδίκτυο)
  7. 07 κοστίζω ακριβά
  8. 08 παρακολουθώ, είμαι σε επιφυλακή
  9. 09 χαστουκίζω
  10. 10 απέχω ένα πλακίδιο από τη συμπλήρωση συνδυασμού
  11. 11 εκτείνομαι, δημιουργώ
張る ばる

επίθημα, ρήμα

  1. 01 προεξέχω, διακρίνομαι
  2. 02 επιμένω, εμμένω
張り切る はりきる N2

ρήμα

  1. 01 έχω κέφια, είμαι γεμάτος ζωντάνια, είμαι ενθουσιασμένος, είμαι πρόθυμος, τεντώνομαι μέχρι το σημείο θραύσης
張り付く はりつく

ρήμα

  1. 01 κολλάω, προσκολλώμαι, γαντζώνομαι
  2. 02 μένω (σε ένα μέρος), μένω κοντά (σε κάποιον), ακολουθώ (κάποιον) από κοντά
張り詰める はりつめる

ρήμα

  1. 01 τεντώνω (π.χ. τα νεύρα κάποιου), βρίσκομαι σε εγρήγορση, είμαι τεταμένος (για ατμόσφαιρα)
  2. 02 καλύπτω πλήρως (π.χ. με πλακάκια, πάγο κ.λπ.), απλώνομαι πάνω σε, καλύπτομαι από
ちょう

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 Κινεζικός αστερισμός "Διευρυμένο Δίχτυ" (μία από τις 28 σεληνιακές κατοικίες)
  2. 02 μετρητής για αντικείμενα με τεντωμένες χορδές (π.χ. τόξα, κότο), κουρτίνες, χαρτιά κ.λπ.
張本人 ちょうほんにん

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίτιος, πρωτεργάτης, ο κύριος ένοχος, το άτομο που φέρει την ευθύνη
張り巡らす はりめぐらす

ρήμα

  1. 01 τεντώνω γύρω από κάτι (π.χ. φράχτη, δίχτυ κ.λπ.), απλώνω (π.χ. σύστημα καλωδίωσης, δίκτυο κ.λπ.), στήνω (π.χ. κεραία, εξαρτισμό πλοίου κ.λπ.)
張り合う はりあう

ρήμα

  1. 01 ανταγωνίζομαι (μεταξύ τους), διεκδικώ, συναγωνίζομαι, συναλλάσσομαι
張り はり

ουσιαστικό

  1. 01 τάση, ένταση
  2. 02 ελαστικότητα (π.χ. μαλλιών), επαναφορά, σφριγηλότητα (π.χ. δέρματος), τόνος, δύναμη (φωνής), πληρότητα
  3. 03 θέληση, πνεύμα, κουράγιο, περηφάνια, αίσθημα σκοπού
張り ばり

επίθημα

  1. 01 στο ύφος, στο στυλ (κυρίως για λογοτεχνικά, καλλιτεχνικά κ.λπ. έργα), που θυμίζει
  2. 02 προσκολλημένος, τεντωμένος πάνω σε κάτι
張り裂ける はりさける

ρήμα

  1. 01 σκάω, ανοίγω, ραγίζω, διαρρηγνύομαι
張り出す はりだす

ρήμα

  1. 01 προεξέχω, εξέχω
  2. 02 αναρτώ, τοιχοκολλώ (ανακοίνωση)
張り上げる はりあげる

ρήμα

  1. 01 υψώνω (τη φωνή μου)
張り合い はりあい

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνισμός, συναγωνισμός
  2. 02 αίσθηση ότι κάτι αξίζει τον κόπο, κίνητρο, ενθουσιασμός, ενθάρρυνση
張り紙 はりがみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινο μπαλώμα, χάρτινη επένδυση, αυτοκόλλητο, ετικέτα
  2. 02 ειδοποίηση, αφίσα
張り込む はりこむ

ρήμα

  1. 01 θέτω υπό παρακολούθηση (π.χ. έναν ύποπτο), έχω το νου μου, στήνω καρτέρι, παραμονεύω, επιτηρώ διακριτικά
  2. 02 ξοδεύω πολλά χρήματα, καλοπερνάω (με κάτι), το ρίχνω έξω, επενδύω
  3. 03 κολλάω, επικολλάω, προσαρμόζω
張り込み はりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 παρακολούθηση, ενέδρα, αποκλεισμός
  2. 02 σκοπιά, φύλαξη
  3. 03 κολάζ, επικόλληση
張りぼて はりぼて

ουσιαστικό

  1. 01 παπιέ μασέ
  2. 02 κάτι που φαίνεται καλό στην επιφάνεια, απάτη, βιτρίνα
張り倒す はりたおす

ρήμα

  1. 01 χαστουκίζω κάποιον ρίχνοντάς τον κάτω, γκρεμίζω κάποιον με χτύπημα, σωριάζω κάποιον στο έδαφος