44 αποτελέσματα για «念»

念のため ねんのため

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 για σιγουριά, για επιβεβαίωση
  2. 02 για κάθε ενδεχόμενο, για προφύλαξη
ねん N1

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση, ιδέα, σκέψη, συναίσθημα
  2. 02 επιθυμία, ανησυχία
  3. 03 προσοχή, φροντίδα
念を押す ねんをおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπενθυμίζω, εφιστώ την προσοχή, τονίζω ξανά για επιβεβαίωση, βεβαιώνομαι διπλά, υπογραμμίζω, επιβεβαιώνω εκ νέου
念入り ねんいり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 προσεκτικός, σχολαστικός, ενδελεχής, ευσυνείδητος, περίτεχνος, εσκεμμένος, προσεκτικός
念じる ねんじる

ρήμα

  1. 01 εύχομαι, παρακαλώ, ελπίζω
  2. 02 προσεύχομαι σιωπηλά, ψιθυρίζω από μέσα μου (το όνομα του Βούδα, σούτρες κ.λπ.), απαγγέλλω σιωπηλή προσευχή
念願 ねんがん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθιά επιθυμία, διακαής πόθος
念押し ねんおし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπενθύμιση, επιβεβαίωση
念話 ねんわ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεπαθητική επικοινωνία
念仏 ねんぶつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νενμπούτσου, νιανφό, η επτάλεξη επίκληση Νάμου Αμίντα Μπούτσου αφιερωμένη στον Βούδα Αμιτάμπα
  2. 02 οραματισμός ενός Βούδα (στο μυαλό κάποιου)
念には念を入れる ねんにはねんをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω κάθε δυνατή πρόνοια, είμαι εξαιρετικά προσεκτικός, διασφαλίζω τα πάντα διπλά
念頭 ねんとう

ουσιαστικό

  1. 01 στο μυαλό, μέλημα
念頭に置く ねんとうにおく

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκέφτομαι, λαμβάνω υπόψη, έχω κατά νου
念を入れる ねんをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω μεγάλη προσοχή, επιμελούμαι, προσέχω
念力 ねんりき

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική δύναμη, πίστη
  2. 02 τηλεκίνηση, ψυχοκίνηση
念動 ねんどう

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεκίνηση, ψυχοκίνηση
念仏を唱える ねんぶつをとなえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ψέλνω το νενμπούτσου
念書 ねんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη διαβεβαίωση, υπογεγραμμένο σημείωμα δέσμευσης, μνημόνιο, νομικό έγγραφο
念波 ねんぱ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεπάθεια, κύματα σκέψης
念ずる ねんずる

ρήμα

  1. 01 εύχομαι, παρακαλώ, ελπίζω
  2. 02 προσεύχομαι σιωπηλά, απαγγέλλω νοερά (όνομα του Βούδα, σούτρες κ.λπ.), ψέλνω (μια σιωπηλή προσευχή)
念写 ねんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική φωτογράφιση, ψυχική φωτογράφιση, νοητική φωτογράφιση