34 αποτελέσματα για «挙»

挙げる あげる N3

ρήμα

  1. 01 δίνω (παράδειγμα), απαριθμώ, αναφέρω, δείχνω, επιδεικνύω, παραθέτω
  2. 02 συγκεντρώνω (π.χ. όλες μου τις δυνάμεις), ανακαλώ
  3. 03 συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω, καταλαμβάνω
  4. 04 προτείνω (για θέση), συστήνω, ορίζω
  5. 05 διοργανώνω (εκδήλωση), τελώ (τελετή, γάμο)
  6. 06 σηκώνω (στρατό), παίρνω τα όπλα, ξεσηκώνομαι
  7. 07 γνωστοποιώ, ενημερώνω, διαδίδω, κερδίζω φήμη
  8. 08 αποκτώ (παιδί), γεννώ, μεγαλώνω (παιδιά)
  9. 09 υψώνω, ανεβάζω, ανυψώνω
  10. 10 βγάζω (δυνατό ήχο), υψώνω (τη φωνή μου)
  11. 11 κερδίζω, επιτυγχάνω (π.χ. καλό αποτέλεσμα), αποκτώ
挙句 あげく

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 στο τέλος, μετά από μακρά διαδικασία, τελικά
  2. 02 τελευταίος στίχος (της ρέγκα)
挙動 きょどう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριφορά, στάση
挙動不審 きょどうふしん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ύποπτη συμπεριφορά, ύποπτες κινήσεις
挙手 きょしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σήκωμα του χεριού, ανάταση χεριών (π.χ. για ψηφοφορία)
  2. 02 χαιρετισμός
挙がる あがる

ρήμα

  1. 01 εμφανίζομαι (για αποδεικτικά στοιχεία κ.λπ.), γίνομαι γνωστός
  2. 02 συλλαμβάνομαι, πιάνομαι (για εγκληματία)
  3. 03 μετακινούμαι σε υψηλότερη θέση (για μέρος του σώματος), σηκώνομαι (π.χ. το χέρι για να τεθεί μια ερώτηση)
  4. 04 δείχνομαι, εκτίθεμαι δημόσια, αναφέρομαι (π.χ. ένα παράδειγμα), καταχωρίζομαι (ως υποψήφιος)
  5. 05 ξεσηκώνομαι δυναμικά (π.χ. φωνές από ενθουσιασμό), ενθουσιάζομαι, βρίσκομαι σε αναβρασμό (π.χ. για ένα πλήθος)
きょ

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη, συμπεριφορά, κίνηση
  2. 02 πρόταση (προσώπου για μια θέση)
挙句の果て あげくのはて

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 τελικά, στο τέλος, ύστερα από όλα αυτά, εν τέλει, και πάνω από όλα αυτά
挙式 きょしき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τέλεση τελετής, γαμήλια τελετή
挙兵 きょへい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση στρατού
挙措 きょそ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριφορά, τρόποι
挙る こぞる

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω τα πάντα μαζί
  2. 02 κάνω κάτι ως ομάδα, ενεργώ συλλογικά
挙国一致 きょこくいっち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εθνική ενότητα, ομοψυχία ολόκληρου του έθνους
挙行 きょこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τέλεση (τελετής), εορτασμός (π.χ. γάμου)
挙止 きょし

ουσιαστικό

  1. 01 στάση, συμπεριφορά
挙手の礼 きょしゅのれい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χαιρετισμός με το χέρι, στρατιωτικός χαιρετισμός
挙国 きょこく

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο το έθνος
挙用 きょよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διορισμός, προαγωγή
挙党 きょとう

ουσιαστικό

  1. 01 όλο το κόμμα, το κόμμα ως σύνολο
挙筋 きょきん

ουσιαστικό

  1. 01 ανελκτήρας, μυς που προκαλεί την ανύψωση ενός μέλους