67 αποτελέσματα για «止»

止める とめる N4

ρήμα

  1. 01 σταματώ, κλείνω
  2. 02 παρκάρω
  3. 03 αποτρέπω, καταστέλλω (βήχα), συγκρατώ (δάκρυα), κρατώ (την ανάσα), ανακουφίζω (πόνο)
  4. 04 εμποδίζω, αποτρέπω, απαγορεύω
  5. 05 παρατηρώ, προσέχω, έχω επίγνωση, συγκεντρώνομαι, δίνω προσοχή, θυμάμαι, έχω υπόψη
  6. 06 στερεώνω, δένω, καρφιτσώνω, καρφώνω, κουμπώνω, συρράπτω
  7. 07 κρατώ, θέτω υπό κράτηση
止まる とまる N5

ρήμα

  1. 01 σταματώ (να κινούμαι)
  2. 02 σταματώ (να κάνω κάτι, να λειτουργώ, να παρέχομαι), παύω, αναστέλλομαι
  3. 03 κάθομαι, κουρνιάζω, προσγειώνομαι
止む やむ N4

ρήμα

  1. 01 παύω, σταματώ, τελειώνω
止めておく やめておく

ρήμα

  1. 01 αποφεύγω, αρνούμαι, προσπερνώ
  2. 02 σταματώ, διακόπτω για σήμερα, αφήνω το θέμα να πέσει κάτω
止める やめる N4

ρήμα

  1. 01 σταματώ (μια δραστηριότητα), παύω, διακόπτω, λήγω, εγκαταλείπω
  2. 02 ακυρώνω, αποποιούμαι, τα παρατάω, καταργώ, απέχω, συγκρατιέμαι
止血 しけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σταμάτημα της αιμορραγίας, αιμόσταση
止めに入る とめにはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επεμβαίνω, σταματώ (κάτι)
止め とどめ

ουσιαστικό

  1. 01 τελειωτικό χτύπημα, χαριστική βολή
止す よす N3

ρήμα

  1. 01 σταματώ, παύω, διακόπτω, εγκαταλείπω, παρατάω
止めど とめど

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, καταληκτικό σημείο
止まり とまり

ουσιαστικό

  1. 01 στάση, διακοπή, τέλος
止めにする やめにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 σταματώ, παραιτούμαι, βάζω τέλος σε κάτι
止まない やまない

άλλο, επίθετο

  1. 01 πάντα, αιώνια, διαρκώς
  2. 02 πάρα πολύ, έντονα (ιδίως για ελπίδες και επιθυμίες)
止まり木 とまりぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πατήθρα
  2. 02 σκαμπό μπαρ
止まる とどまる

ρήμα

  1. 01 παραμένω, διαμένω, μένω (σε ένα μέρος)
  2. 02 περιορίζομαι σε, περιορίζομαι μόνο σε, αρκούμαι μόνο σε
止め どめ

επίθημα

  1. 01 αναστολέας, πώμα, μηχανισμός διακοπής (αντικείμενο που σταματά ή εμποδίζει κάτι)
止めになる やめになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εγκαταλείπομαι, διακόπτομαι
止す さす

επίθημα, ρήμα

  1. 01 διακόπτω στη μέση, αφήνω ημιτελές
止揚 しよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπέρβαση, άρση και διατήρηση
止水 しすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακίνητο νερό, στάσιμο νερό
  2. 02 διακοπή της ροής του νερού