148 αποτελέσματα για «背»

背中 せなか N4

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτη
背後 はいご N1

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω μέρος, οπίσθιο μέρος
  2. 02 παρασκήνιο

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτη
  2. 02 ανάποδη πλευρά, πίσω πλευρά, πλάτη (π.χ. καρέκλας), ράχη (βιβλίου)
  3. 03 ύψος, ανάστημα
  4. 04 κορυφογραμμή (βουνού)
背負う せおう N2

ρήμα

  1. 01 κουβαλάω στην πλάτη μου
  2. 02 επωμίζομαι, αναλαμβάνω την ευθύνη
  3. 03 έχω κάτι ως φόντο, έχω κάτι πίσω μου
  4. 04 είμαι αλαζονικός, καυχιέμαι, έχω υψηλή ιδέα για τον εαυτό μου
背景 はいけい N1

ουσιαστικό

  1. 01 φόντο, σκηνικό, τοπίο, παρασκήνιο, περιβάλλον
  2. 02 ιστορικό (ενός περιστατικού, μιας κατάστασης κ.λπ.), συνθήκες, πλαίσιο
  3. 03 υποστήριξη, παρασκηνιακή στήριξη
背を向ける せをむける

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι ότι δεν βλέπω, γυρίζω την πλάτη μου (σε κάτι/κάποιον)
背筋 せすじ

ουσιαστικό

  1. 01 σπονδυλική στήλη, γραμμή της ράχης
  2. 02 ραφή στην πλάτη (ενδύματος)
背筋 はいきん

ουσιαστικό

  1. 01 ραχιαίοι μύες, μύες της πλάτης
背の高い せのたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ψηλός
背中を押す せなかをおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ωθώ κάποιον, ενθαρρύνω κάποιον
背伸び せのび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στέκομαι στις μύτες των ποδιών τεντώνοντας το σώμα μου για να δείχνω ψηλότερος, τέντωμα του σώματος
  2. 02 υπέρβαση δυνατοτήτων, προσπάθεια για κάτι που ξεπερνά τις ικανότητές μου, εξάντληση των ορίων μου
背が高い せがたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ψηλός (για άνθρωπο)
背筋を伸ばす せすじをのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τεντώνω τη ράχη μου (π.χ. στέκομαι ίσια, κάθομαι ίσια), έχω το κεφάλι μου ψηλά
背中を向ける せなかをむける

άλλο, ρήμα

  1. 01 γυρίζω την πλάτη
  2. 02 αδιαφορώ
背丈 せたけ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάστημα, ύψος
背もたれ せもたれ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτη (καρέκλας), υποστήριγμα πλάτης
背にする せにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 στρέφω την πλάτη μου σε κάποιον ή κάτι
背く そむく N1

ρήμα

  1. 01 έρχομαι σε αντίθεση, πηγαίνω ενάντια, παρακούω, παραβαίνω
背骨 せぼね

ουσιαστικό

  1. 01 σπονδυλική στήλη, ραχοκοκαλιά
背の低い せのひくい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κοντός (για άνθρωπο)