58 αποτελέσματα για «逃»

逃げる にげる N4

ρήμα

  1. 01 φεύγω, το σκάω, δραπετεύω, ξεφεύγω (π.χ. από κίνδυνο), εγκαταλείπω (π.χ. τον/την σύζυγο), βρίσκω καταφύγιο
  2. 02 αποφεύγω (μια ερώτηση, ευθύνη κ.λπ.), παρακάμπτω, εκτρέπομαι, υποχωρώ
  3. 03 κερδίζω διατηρώντας το προβάδισμα, δεν αφήνω να με προσπεράσουν, κρατώ την πρωτοπορία
  4. 04 διαφεύγω (π.χ. θερμότητα, αέριο), διαρρέω (π.χ. μυρωδιά), χάνομαι (π.χ. γεύση)
  5. 05 χάνω την ιδανική στάση
逃げ出す にげだす N1

ρήμα

  1. 01 φεύγω, το σκάω, δραπετεύω, το βάζω στα πόδια
  2. 02 αρχίζω να φεύγω, αρχίζω να το σκάω
逃がす にがす N2

ρήμα

  1. 01 απελευθερώνω, αφήνω να φύγει, αφήνω ελεύθερο
  2. 02 χάνω (π.χ. μια ευκαιρία), αφήνω να διαφύγει, δεν καταφέρνω να πιάσω
逃れる のがれる N1

ρήμα

  1. 01 δραπετεύω
逃す のがす N1

ρήμα, άλλο

  1. 01 χάνω (μια ευκαιρία), αφήνω να ξεφύγει
  2. 02 απελευθερώνω, αφήνω ελεύθερο
  3. 03 αποτυγχάνω να, δεν καταφέρνω να
逃走 とうそう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή, λιποταξία, απόδραση
逃亡 とうぼう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφυγή, φυγή, αποδράση, το σκασμό, φυγοδικία
逃げ込む にげこむ

ρήμα

  1. 01 καταφεύγω σε, καταφέρνω να διαφύγω
逃げ場 にげば

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο, διαφυγή, έξοδος, διέξοδος, άσυλο, κρησφύγετο
逃げ切る にげきる

ρήμα

  1. 01 καταφέρνω να διαφύγω, ξεφεύγω, απομακρύνομαι τρέχοντας
  2. 02 κρατώ το προβάδισμα (και νικώ), νικώ οριακά
逃げ回る にげまわる

ρήμα

  1. 01 τρέχω να ξεφύγω από παντού, τρέχω από το ένα μέρος στο άλλο για να αποφύγω κάποιον
逃げ にげ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφυγή, απόδραση, αποφυγή
逃げ道 にげみち

ουσιαστικό

  1. 01 διέξοδος, μέσο διαφυγής, οδός διαφυγής
逃げ帰る にげかえる

ρήμα

  1. 01 τρέχω να γυρίσω στο σπίτι, φεύγω άρον άρον για να επιστρέψω
逃げ惑う にげまどう

ρήμα

  1. 01 τρέχω πανικόβλητος προσπαθώντας να διαφύγω, τρέχω πέρα δώθε για να σωθώ
逃避 とうひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφυγή, αποφυγή, φυγή
逃げ去る にげさる

ρήμα

  1. 01 διαφεύγω, εξαφανίζομαι
逃げ足 にげあし

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος για φυγή, διαφυγή με τα πόδια
逃げ延びる にげのびる

ρήμα

  1. 01 διαφεύγω σε ασφαλές μέρος, κατορθώνω να δραπετεύσω, επιτυγχάνω τη διαφυγή μου
逃げおおせる にげおおせる

ρήμα

  1. 01 διαφεύγω, καταφέρνω να ξεφύγω, επιτυγχάνω τη φυγή μου