103 αποτελέσματα για «離»

離れる はなれる N3

ρήμα

  1. 01 χωρίζομαι, είμαι χώρια, απέχω
  2. 02 φεύγω, αποχωρώ, απομακρύνομαι
  3. 03 φεύγω από (μια δουλειά κ.λπ.), παραιτούμαι, εγκαταλείπω
  4. 04 χάνω την επαφή με, αποκόπτομαι από, απομακρύνομαι από, αποξενώνομαι από
離す はなす N3

ρήμα

  1. 01 χωρίζω, απομακρύνω, διαιρώ, κρατώ χώρια
離婚 りこん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαζύγιο
離脱 りだつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση, απόσχιση, διαχωρισμός, απομάκρυνση, διάσπαση
離れ はなれ

ουσιαστικό

  1. 01 ανεξάρτητο κτίριο, απομονωμένο σπίτι, δωμάτιο ανεξάρτητο από την κυρίως οικία
離れ ばなれ

ουσιαστικό

  1. 01 αποστροφή από, μετατόπιση μακριά από, απώλεια ενδιαφέροντος για, αποξένωση από
  2. 02 μεγάλη απόσταση από, μεγάλη διαφορά από, πλήρης ανομοιότητα με
  3. 03 αποκτώ ανεξαρτησία από
離宮 りきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική έπαυλη, βασιλική έπαυλη, ανάκτορο αναψυχής
離れ離れになる はなればなれになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διασκορπίζομαι, αποχωρίζομαι

ουσιαστικό

  1. 01 Λι (ένα από τα τρίγραμμα του Ι Τσινγκ: φωτιά, νότος)
離縁 りえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαζύγιο
  2. 02 λύση υιοθεσίας
離陸 りりく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απογείωση
離反 りはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποξένωση, απομάκρυνση, δυσαρέσκεια, εγκατάλειψη, αποστασία, αποσκίρτηση
  2. 02 απώλεια πελατών, διαρροή πελατολογίου
離れ離れ はなればなれ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χωριστός, διασκορπισμένος, απομακρυσμένος
離れ離れ かれがれ

άλλο

  1. 01 αποξενωμένος, απομονωμένος
  2. 02 χωρισμένος, αποχωρισμένος
離島 りとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομονωμένο νησί, απομακρυσμένο νησί
  2. 02 αναχώρηση από νησί
離婚届 りこんとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημα έγγραφα διαζυγίου
離散 りさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασπορά, αποχωρισμός, διασκόρπιση, διάλυση
離れ業 はなれわざ

ουσιαστικό

  1. 01 επιδεικτικό κατόρθωμα, παράτολμο εγχείρημα
離別 りべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχωρισμός, διαζύγιο
離乳食 りにゅうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 στερεά τροφή (που εισάγεται κατά τον απογαλακτισμό), τροφή απογαλακτισμού, συμπληρωματική τροφή, στερεά