105 αποτελέσματα για «呼»

呼ぶ よぶ N5

ρήμα

  1. 01 φωνάζω, καλώ, επικαλούμαι
  2. 02 καλώ (γιατρό κ.λπ.)
  3. 03 καλώ, προσκαλώ
  4. 04 ονομάζω, χαρακτηρίζω, αποκαλώ
  5. 05 συγκεντρώνω, κερδίζω (υποστήριξη κ.λπ.)
  6. 06 παντρεύομαι, παίρνω για γυναίκα μου
呼び出す よびだす N2

ρήμα

  1. 01 καλώ (κάποιον στην πόρτα, στο τηλέφωνο κ.λπ.), λέω σε κάποιον να έρθει, προσκαλώ, καλώ (με βομβητή), επικαλούμαι (π.χ. πνεύμα)
  2. 02 καλώ (π.χ. υπορουτίνα), ανοίγω (π.χ. αρχείο)
呼吸 こきゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπνοή
  2. 02 κολπάκι, κόλπο, τεχνική, μυστικό (του πώς γίνεται κάτι)
  3. 03 αρμονία, ισορροπία, συγχρονισμός, συμφωνία
  4. 04 μικρό διάστημα, σύντομη παύση
呼びかける よびかける

ρήμα

  1. 01 καλώ, φωνάζω, απευθύνομαι, χαιρετώ
  2. 02 απευθύνω έκκληση (π.χ. στο κοινό), προτρέπω, παροτρύνω, συμβουλεύω
呼び止める よびとめる N1

ρήμα

  1. 01 σταματώ (κάποιον καλώντας τον), φωνάζω (κάποιον) να σταματήσει, καλώ (π.χ. ταξί)
呼び方 よびかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος να αποκαλώ (κάτι ή κάποιον)
呼び寄せる よびよせる

ρήμα

  1. 01 καλώ, προσκαλώ, στέλνω να φωνάξουν, συγκαλώ
呼びかけ よびかけ

ουσιαστικό

  1. 01 κάλεσμα, έκκληση
呼ばわり よばわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκαλώ (κάποιον κλέφτη, δειλό, κ.λπ.), χαρακτηρίζω (ως), καταγγέλλω
呼び名 よびな

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλές όνομα, κοινό όνομα, βαφτιστικό όνομα
呼び出し よびだし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλήση, πρόσκληση, αναζήτηση, επανάκληση στη σκηνή
  2. 02 κάλεσμα, επίκληση
  3. 03 εκφωνητής (στο σούμο), κλητήρας (που ανακοινώνει τα ονόματα των παλαιστών και σκουπίζει τον αγωνιστικό χώρο)
  4. 04 τηλεφωνικός αριθμός επικοινωνίας για άτομο χωρίς τηλέφωνο
  5. 05 χώρος με καθαρό νερό για ξέπλυμα (σε λουτρό της περιόδου Έντο)
  6. 06 υψηλόβαθμη πόρνη στην περιοχή Γιοσιβάρα (περίοδος Έντο)
  7. 07 παράνομη πόρνη στην περιοχή με τα κόκκινα φανάρια της Φουκαγκάβα (περίοδος Έντο)
呼応 こおう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλληλοκλήση
  2. 02 συμπράττω, ανταποκρίνομαι, συμπάσχω
  3. 03 συμφωνία, σύμπνοια
呼び戻す よびもどす

ρήμα

  1. 01 καλώ πίσω, ανακαλώ, καλώ να επιστρέψει στο σπίτι
  2. 02 ανασύρω (αναμνήσεις κ.λπ.), ανακαλώ, αναζωπυρώνω
呼び捨て よびすて

ουσιαστικό

  1. 01 προσφώνηση κάποιου χωρίς τη χρήση επιθήματος όπως -san ή -chan (θεωρείται αγενές)
呼びつける よびつける

ρήμα

  1. 01 καλώ κάποιον να έρθει, ζητώ την παρουσία κάποιου, προσκαλώ
  2. 02 αποκαλώ συνεχώς κάποιον με ένα όνομα, συνηθίζω να αποκαλώ
呼び捨てにする よびすてにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 απευθύνομαι σε κάποιον παραλείποντας τη χρήση επιθήματος όπως -σαν ή -τσαν, αναφέρομαι σε κάποιον χωρίς τη χρήση τιμητικού επιθήματος
呼び起こす よびおこす

ρήμα

  1. 01 ξυπνώ (κάποιον) φωνάζοντάς τον, αφυπνίζω
  2. 02 ανακαλώ (στη μνήμη), φέρνω πίσω (αναμνήσεις), προκαλώ, διεγείρω (π.χ. ενδιαφέρον)
呼称 こしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όνομα, ονομασία, προσδιορισμός, ονοματοδοσία, δόσιμο ονόματος
呼び込む よびこむ

ρήμα

  1. 01 προσκαλώ, καλώ, προσελκύω
呼び合う よびあう

ρήμα

  1. 01 καλώ ο ένας τον άλλον, φωνάζω ο ένας τον άλλον