142 αποτελέσματα για «持»
持つ もつ N5
ρήμα
- 01 κρατώ (στο χέρι μου), παίρνω, κουβαλάω
- 02 κατέχω, έχω, ιδιοκτώμαι
- 03 διατηρώ, κρατώ
- 04 διαρκώ, αντέχω, συντηρούμαι, επιβιώνω
- 05 αναλαμβάνω, έχω την ευθύνη
- 06 διεξάγω (συνάντηση), έχω (ευκαιρία)
- 07 έχω αυτό το κάτι, έχω χάρισμα, είμαι τυχερός
持ってくる もってくる
άλλο, ρήμα
- 01 φέρνω (κάτι), παίρνω μαζί μου, πηγαίνω να φέρω
持ち上げる もちあげる N3
ρήμα
- 01 σηκώνω, ανεβάζω, υψώνω
- 02 κολακεύω, επαινώ, εξυμνώ, αποθεώνω
持っていく もっていく
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω μαζί, φέρνω μαζί μου, μεταφέρω, κουβαλώ
持ち主 もちぬし
ουσιαστικό
- 01 ιδιοκτήτης, κάτοχος (π.χ. ταλέντου, ομορφιάς κ.λπ.)
持ち込む もちこむ
ρήμα
- 01 φέρνω μέσα, εισάγω, μεταφέρω μέσα
- 02 υποβάλλω (πρόταση, προσφορά, πρόβλημα κ.λπ.), προτείνω (π.χ. ένα έργο), καταθέτω (ένα παράπονο)
- 03 οδηγώ (σε άλλο στάδιο), παραπέμπω (π.χ. στο δικαστήριο), φτάνω (π.χ. στην παράταση, σε αγώνα μπαράζ)
持ち出す もちだす
ρήμα
- 01 βγάζω, παίρνω έξω, μεταφέρω έξω
- 02 αναφέρω, θίγω ένα θέμα, εγείρω ένα ζήτημα, φέρνω στην επιφάνεια
持ち もち
ουσιαστικό
- 01 έχω, κρατώ, κατέχω, χρησιμοποιώ, κάτοχος, ιδιοκτήτης, χρήστης
- 02 αντοχή, διάρκεια ζωής, ζωή
- 03 αναλαμβάνω (έξοδα), έχω την ευθύνη (πληρωμής)
- 04 ισοπαλία (σε αγώνα, διαγωνισμό κ.λπ.)
持ち帰る もちかえる
ρήμα
- 01 παίρνω σπίτι, φέρνω σπίτι, παίρνω σε πακέτο (π.χ. φαγητό)
持ち合わせる もちあわせる
ρήμα
- 01 τυχαίνει να έχω κάτι πρόχειρο ή σε απόθεμα
持ち歩く もちあるく
ρήμα
- 01 κουβαλώ μαζί μου, έχω πάνω μου
持ちかける もちかける
ρήμα
- 01 προτείνω (μια ιδέα κ.λπ.), υποβάλλω (πρόταση κ.λπ.), πλησιάζω κάποιον με σκοπό να του κάνω μια πρόταση
持て余す もてあます
ρήμα
- 01 υπερβαίνω τις δυνατότητες κάποιου, δυσκολεύομαι να διαχειριστώ, αδυνατώ να ελέγξω, δεν ξέρω τι να κάνω με κάτι
持ち物 もちもの
ουσιαστικό
- 01 πράγματα που κουβαλάω, προσωπικά αντικείμενα
- 02 υπάρχοντα, περιουσία, προσωπικά αντικείμενα, ιδιοκτησία
- 03 ερωμένη
持ち上がる もちあがる
ρήμα
- 01 ανυψώνομαι, σηκώνομαι, ανεβαίνω
- 02 συμβαίνω ξαφνικά, προκύπτω, εμφανίζομαι
- 03 παραμένω υπεύθυνος καθηγητής για το ίδιο τμήμα για συνεχόμενα έτη, συνεχίζω με την τάξη μου
持参 じさん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φέρσιμο, μεταφορά, προσκόμιση
持て成す もてなす
ρήμα
- 01 περιποιούμαι (έναν καλεσμένο), φιλοξενώ, διασκεδάζω, δείχνω φιλοξενία, καλωσορίζω
持ち直す もちなおす
ρήμα
- 01 αναρρώνω, συνέρχομαι, βελτιώνομαι, σημειώνω άνοδο
- 02 μεταφέρω με διαφορετικό τρόπο, αλλάζω λαβή, αλλάζω χέρι (σε μια τσάντα κ.ά.)
持ち場 もちば
ουσιαστικό
- 01 θέση, πόστο, σημείο υπηρεσίας
- 02 διαδρομή, περιοχή περιπολίας
持ちこたえる もちこたえる
ρήμα
- 01 αντέχω (π.χ. σε μια επίθεση), συγκρατιέμαι, αντιστέκομαι, υπομένω, διαρκώ