1588 αποτελέσματα για «一»

一家 いっか N3

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια, νοικοκυριό, σπίτι
  2. 02 ύφος, στιλ (δικό του), σχολή
  3. 03 συμμορία, σπείρα, οικογένεια (της Γιακούζα)
一礼 いちれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μία υπόκλιση, ένας χαιρετισμός
一緒になる いっしょになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενώνομαι, σμίγω, συγχωνεύομαι, συναντώ
  2. 02 παντρεύομαι, γίνομαι παντρεμένο ζευγάρι
一瞥 いちべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ματιά, βλέμμα, φευγαλέα ματιά
一つ一つ ひとつひとつ

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ένα προς ένα, χωριστά, λεπτομερώς
一層 いっそう N3

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ακόμα περισσότερο, πολύ περισσότερο, περισσότερο από ποτέ
  2. 02 ένα στρώμα, μία στρώση
  3. 03 χαμηλότερος όροφος, κατώτερος όροφος
  4. 04 μάλλον, κατά προτίμηση, προτιμότερο
一段 いちだん

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ακόμα περισσότερο, πολύ περισσότερο, περαιτέρω
  2. 02 βήμα, σκαλοπάτι, επίπεδο, βαθμός, βαθμίδα
  3. 03 παράγραφος, απόσπασμα
  4. 04 ιτσιντάν (ρήμα, κλίση ρήματος)
一室 いっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα δωμάτιο
一般人 いっぱんじん

ουσιαστικό

  1. 01 απλός άνθρωπος, κοινός πολίτης, μέλος του ευρύτερου κοινού
一連 いちれん N1

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά, αλυσίδα, ακολουθία
  2. 02 δύο δεσμίδες (δηλ. 1000 φύλλα χαρτιού)
  3. 03 στίχος, στροφή
一流 いちりゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτης τάξεως, κορυφαίος, άριστος, ανώτερος, ηγετικός, διαπρεπής
  2. 02 χαρακτηριστικός (για), ιδιαίτερος (σε), μοναδικός (σε)
  3. 03 σχολή (π.χ. ανθοδετικής), τεχνοτροπία
  4. 04 μία σημαία, ένα λάβαρο, μία κορδέλα
一直線 いっちょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 ευθεία γραμμή
一緒にする いっしょにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω μαζί
  2. 02 βάζω μαζί, συγκεντρώνω, αναμειγνύω, ενώνω
  3. 03 θεωρώ το ίδιο, κατατάσσω στην ίδια κατηγορία, συγκαταλέγω, μπερδεύω
  4. 04 παντρεύω (δύο άτομα)
一向に いっこうに

επίρρημα

  1. 01 εντελώς, απολύτως, πλήρως
  2. 02 καθόλου
  3. 03 επιμελώς, με προσήλωση, αποφασιστικά
一冊 いっさつ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα αντίτυπο (βιβλίου, περιοδικού κ.λπ.), ένας τόμος
一筋 ひとすじ N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μία γραμμή, ένα τμήμα (π.χ. δρόμου), μία τούφα (π.χ. μαλλιών), μία δέσμη (π.χ. φωτός), μία ακτίνα, ένα μήκος (π.χ. σχοινιού)
  2. 02 ειλικρινής, αποφασιστικός, αφοσιωμένος, προσηλωμένος, με έναν σκοπό
  3. 03 μία γενιά, μία γραμμή αίματος, μία φατρία
  4. 04 συνηθισμένος, κοινός
一目 ひとめ

ουσιαστικό

  1. 01 ματιά, βλέμμα, φευγαλέα ματιά
  2. 02 πλήρης άποψη, πανοραμική άποψη, εποπτική άποψη
一分 いちぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα δέκατο, ένα εκατοστό, ένα τοις εκατό, ένα δέκατο του σουν (μονάδα μέτρησης), ένα τέταρτο ρυό (παλιό νόμισμα)
一夜 いちや

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μια νύχτα, όλη τη νύχτα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ένα βράδυ
一秒 いちびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ένα δευτερόλεπτο