351 αποτελέσματα για «口»

くち N5

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 στόμα
  2. 02 άνοιγμα, τρύπα, κενό, στόμιο
  3. 03 στόμιο (μπουκαλιού), εκροή, ακροφύσιο, επιστόμιο
  4. 04 πύλη, πόρτα, είσοδος, έξοδος
  5. 05 ομιλία, λόγος, κουβέντα (π.χ. κουτσομπολιό)
  6. 06 γεύση, ουρανίσκος
  7. 07 στόμα (προς συντήρηση)
  8. 08 άνοιγμα (δηλ. κενή θέση), διαθέσιμη θέση
  9. 09 πρόσκληση, κλήτευση
  10. 10 είδος, κατηγορία, τύπος
  11. 11 έναρξη, αρχή
  12. 12 μετρητής για μπουκιές, μερίδια (χρημάτων) και εστίες κουζίνας
  13. 13 μετρητής για σπαθιά, λεπίδες κ.λπ.

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 στόμα, λόγος
  2. 02 αριθμητικό για άτομα ή εργαλεία
口にする くちにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 γεύομαι, τρώω, πίνω
  2. 02 μιλώ, εκφράζω με λόγια, αναφέρομαι, λέω
口を開く くちをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω το στόμα μου (για να μιλήσω), λέω, αρχίζω να λέω, αφηγούμαι
口調 くちょう

ουσιαστικό

  1. 01 τόνος φωνής, τρόπος ομιλίας
口元 くちもと

ουσιαστικό

  1. 01 στόμα, χείλη
  2. 02 σχήμα του στόματος
  3. 03 κοντά σε είσοδο, πλησίον εισόδου, περιοχή εισόδου
口に出す くちにだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκφράζω (προφορικά), βάζω σε λόγια, διατυπώνω, λέω δυνατά
口を挟む くちをはさむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρεμβαίνω (σε μια συζήτηση), διακόπτω, πετάγομαι
口々 くちぐち

ουσιαστικό

  1. 01 ο καθένας, κάθε στόμα
  2. 02 κάθε είσοδος
口実 こうじつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιολογία, πρόφαση
口に運ぶ くちにはこぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 βάζω στο στόμα, τρώω
口ぶり くちぶり

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ομιλίας, ύφος λόγου
  2. 02 υπαινιγμός, υπόνοια
口走る くちばしる

ρήμα

  1. 01 ξεστομίζω, μου ξεφεύγει, λέω κάτι κατά λάθος, αμολάω ασυναρτησίες
口に入る くちにはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εισέρχομαι στο στόμα, τρώω, καταπίνω
  2. 02 έχω τη δυνατότητα να φάω, είμαι βρώσιμος
口を出す くちをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 διακόπτω, παρεμβαίνω, ανακατεύομαι, εισβάλλω, χώνω τη μύτη μου σε ξένες υποθέσεις
口をつぐむ くちをつぐむ

ρήμα, άλλο

  1. 01 κρατώ το στόμα μου κλειστό, σωπαίνω
口ごもる くちごもる

ρήμα

  1. 01 διστάζω να μιλήσω, μουρμουρίζω, αναποφασίζω και τραυλίζω, παραπατώ στον λόγο
口の端 くちのは

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κουτσομπολιό, φήμες
  2. 02 γωνία του στόματος
口に含む くちにふくむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ στο στόμα μου (χωρίς να δαγκώνω, πριν από τη μάσηση ή την κατάποση, κ.λπ.)
口説く くどく

ρήμα

  1. 01 πείθω, παροτρύνω, κολακεύω, επιδιώκω
  2. 02 φλερτάρω, προσπαθώ να αποπλανήσω, πολιορκώ ερωτικά, κάνω ερωτική εξομολόγηση, πέφτω στο κρεβάτι κάποιου