54 αποτελέσματα για «埋»
埋める うめる N3
ρήμα
- 01 θάβω (π.χ. στο χώμα)
- 02 γεμίζω (π.χ. το κοινό γεμίζει μια αίθουσα), κάνω να γεμίσει, ασφυκτικά γεμάτο
- 03 φράζω (ένα κενό), κλείνω (ένα κενό), γεφυρώνω (μια διαφορά, ένα κενό), καλύπτω (μια θέση, μια κενή θέση), συμπληρώνω (μια φόρμα, ένα έντυπο)
- 04 αναπληρώνω (μια απώλεια, έλλειψη κ.λπ.), επανορθώνω, αποζημιώνω
- 05 βάζω κρύο νερό (στο μπάνιο)
- 06 καλύπτω, σκορπίζω κάτι πάνω
埋まる うまる N3
ρήμα
- 01 θάβομαι, καλύπτομαι, περικυκλώνομαι
- 02 ξεχειλίζω, γεμίζω ασφυκτικά, γεμίζω
- 03 αποπληρώνομαι (π.χ. χρέος), αναπληρώνομαι
- 04 συμπληρώνομαι (π.χ. κενό, θέση, πρόγραμμα)
埋め尽くす うめつくす
ρήμα
- 01 γεμίζω ασφυκτικά, καλύπτω εντελώς, παραγεμίζω, συμπληρώνω, σκεπάζω πλήρως
- 02 σχηματίζω ψηφιδωτό
埋もれる うもれる
ρήμα
- 01 θάβομαι, καλύπτομαι, κρύβομαι
埋め込む うめこむ N1
ρήμα
- 01 θάβω, ενσωματώνω, εμφυτεύω
埋葬 まいそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενταφιασμός, ταφή
埋め合わせ うめあわせ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποζημίωση, επανόρθωση, αντιστάθμισμα
埋没 まいぼつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θάψιμο, θαμμένος
- 02 παραμονή στην αφάνεια, λήθη
- 03 απορρόφηση (π.χ. σε έρευνα), εμβύθιση
埋める うずめる N1
ρήμα
- 01 καλύπτω, θάβω (π.χ. το πρόσωπό μου στα χέρια μου), βυθίζω
- 02 γεμίζω (πλήρως), παραγεμίζω, πακετάρω, στριμώχνω, συμπληρώνω
埋め合わせる うめあわせる
ρήμα
- 01 αναπληρώνω, αποζημιώνω, αντισταθμίζω
埋め立てる うめたてる
ρήμα
- 01 επιχωματώνω, μπαζώνω
埋蔵金 まいぞうきん
ουσιαστικό
- 01 θαμμένος χρυσός, θαμμένος θησαυρός
埋め立て うめたて
ουσιαστικό
- 01 επιχωμάτωση, μπαζωμένη έκταση
埋蔵 まいぞう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θάψιμο στο έδαφος
- 02 ύπαρξη υπόγειων κοιτασμάτων
埋伏 まいふく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκλειση (ιατρικός όρος)
埋め立て地 うめたてち
ουσιαστικό
- 01 προσχωματική γη, μπαζωμένη γη
埋め戻す うめもどす
ρήμα
- 01 επαναθάβω, γεμίζω ξανά, επιχωματώνω
埋蔵量 まいぞうりょう
ουσιαστικό
- 01 κοιτάσματα, αποθέματα
埋設 まいせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπόγεια τοποθέτηση (π.χ. καλωδίων), ενταφιασμός ή θάψιμο (π.χ. σωλήνων)
埋め込み うめこみ
ουσιαστικό
- 01 ενσωμάτωση, εμφύτευση
- 02 ενσωμάτωση