52 αποτελέσματα για «封»

封印 ふういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφράγισμα
  2. 02 σφραγίζω (π.χ. ένα γράμμα), σφραγίζω ερμητικά
封じる ふうじる

ρήμα

  1. 01 σφραγίζω (π.χ. ένα γράμμα)
  2. 02 εμποδίζω (π.χ. κίνηση), απαγορεύω, φράζω (π.χ. ομιλία), αποκλείω (π.χ. ένα κτίριο)
封じる ほうじる

ρήμα

  1. 01 παραχωρώ φέουδο σε κάποιον, καθιστώ κάποιον φεουδάρχη
封筒 ふうとう N5

ουσιαστικό

  1. 01 φάκελος
ふう N1

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα
封鎖 ふうさ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκλεισμός, καραντίνα, σφράγισμα (μιας περιοχής)
  2. 02 δέσμευση (κεφαλαίων)
封じ込める ふうじこめる

ρήμα

  1. 01 περικλείω, εγκλείω, σφραγίζω μέσα, παγιδεύω
  2. 02 περιορίζω, καταστέλλω, συγκρατώ, θέτω υπό έλεγχο
封書 ふうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγισμένη επιστολή
封を切る ふうをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σπάω τη σφραγίδα, ανοίγω τη σφραγίδα
封殺 ふうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστολή (π.χ. της ελευθερίας του λόγου)
  2. 02 εξαναγκασμένο άουτ (στο μπέιζμπολ)
封蝋 ふうろう

ουσιαστικό

  1. 01 βουλοκέρι
封入 ふうにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφράγιση (κάτι) μέσα σε ένα φάκελο ή συσκευασία, εσωκλεισμός (μαζί με επιστολή κ.λπ.)
封建的 ほうけんてき

επίθετο

  1. 01 φεουδαρχικός
封建 ほうけん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φεουδαρχία
封ずる ふうずる

ρήμα

  1. 01 σφραγίζω (επιστολή)
  2. 02 εμποδίζω, απαγορεύω, μπλοκάρω
封ずる ほうずる

ρήμα

  1. 01 παραχωρώ φέουδο σε κάποιον, διορίζω κάποιον άρχοντα μιας περιοχής
封じ込む ふうじこむ

ρήμα

  1. 01 παγιδεύω
封建制度 ほうけんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδαρχικό σύστημα, φεουδαρχία
封建制 ほうけんせい

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδαρχικό σύστημα, φεουδαρχία
封建時代 ほうけんじだい

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδαρχική εποχή, φεουδαρχικοί χρόνοι, φεουδαρχική περίοδος, φεουδαρχική ηλικία, εποχή του φεουδαρχισμού