150 αποτελέσματα για «差»

N3

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά, διακύμανση
  2. 02 διαφορά
差し出す さしだす N1

ρήμα

  1. 01 τείνω, απλώνω (π.χ. το χέρι)
  2. 02 παρουσιάζω, υποβάλλω, καταθέτω, προσφέρω
  3. 03 θυσιάζω, παραχωρώ, δίνω
  4. 04 στέλνω, προωθώ, διαβιβάζω
差す さす N5

ρήμα, επίθημα

  1. 01 λάμπω, φωτίζω
  2. 02 είμαι ορατός, φαίνομαι
  3. 03 έχω μια απόχρωση, βάφομαι (ελαφρώς)
  4. 04 ανεβαίνω (για στάθμη νερού), εισρέω
  5. 05 νιώθω (ως συναίσθημα), με πιάνει
  6. 06 κρατώ ψηλά (ομπρέλα κ.λπ.), σηκώνω, υψώνω
  7. 07 απλώνω το χέρι μου ευθεία μπροστά (στον χορό)
  8. 08 εισάγω, βάζω μέσα
  9. 09 φορώ (σπαθί) στη ζώνη μου, φορώ στο πλάι μου, κρατώ κάτω από τη μασχάλη μου
  10. 10 περνώ το χέρι μου κάτω από το χέρι του αντιπάλου
  11. 11 σπρώχνω (βάρκα) με κοντάρι
  12. 12 χύνω, προσθέτω (υγρό), σερβίρω (ποτά)
  13. 13 βάζω (κραγιόν κ.λπ.), εφαρμόζω, χρωματίζω, βάφω
  14. 14 ανάβω (φωτιά), καίω
  15. 15 κλείνω, κλειδώνω, ασφαλίζω
  16. 16 σταματώ στη μέση, αφήνω κάτι ημιτελές
差し込む さしこむ

ρήμα

  1. 01 εισάγω, βάζω μέσα, τοποθετώ, συνδέω στην πρίζα, μπήγω
  2. 02 μπαίνει (το φως), πέφτει μέσα (το φως), διαχέεται μέσα (το φως), φωτίζει μέσα
  3. 03 έχω έντονο πόνο, έχω σφίξιμο (στο στομάχι, στο στήθος κ.λπ.), έχω κολικό
差し上げる さしあげる N4

ρήμα, άλλο

  1. 01 σηκώνω, υψώνω, κρατώ ψηλά
  2. 02 δίνω, προσφέρω
  3. 03 κάνω (για κάποιον)
差別 さべつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάκριση, διαφοροποίηση
  2. 02 διάκριση (κατά ανθρώπων)
差し入れ さしいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισαγωγή, ρίψη επιστολών σε γραμματοκιβώτιο
  2. 02 αποστολή αντικειμένων σε φυλακισμένο, αντικείμενο που στάλθηκε σε φυλακισμένο
  3. 03 παροχή εφοδίων, αναψυκτικών, κ.λπ. σε κάποιον που εκτελεί μια εργασία
差し入れる さしいれる

ρήμα

  1. 01 εισάγω, τοποθετώ μέσα
  2. 02 στέλνω (σε φυλακισμένο, π.χ. ρούχα, βιβλία)
  3. 03 παραδίδω (φαγητό, αναψυκτικά κ.λπ. σε εργαζόμενους), ανεφοδιάζω
差出人 さしだしにん

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολέας (π.χ. αλληλογραφίας)
差し掛かる さしかかる N1

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, φτάνω κοντά
  2. 02 βρίσκομαι στο κατώφλι, είμαι έτοιμος να φτάσω σε ένα στάδιο ή μια περίοδο, προσεγγίζω (π.χ. κορύφωση)
  3. 03 προεξέχω, κρέμομαι από πάνω
差し支える さしつかえる N1

ρήμα

  1. 01 παρεμποδίζω, εμποδίζω, αντιμετωπίζω δυσκολία, υφίσταμαι ενόχληση
差し伸べる さしのべる

ρήμα

  1. 01 εκτείνω, απλώνω (π.χ. τα χέρια μου), προτείνω
  2. 02 εκτοξεύω (ακόντιο)
  3. 03 προσφέρω (π.χ. βοήθεια, συνδρομή)
差し向ける さしむける

ρήμα

  1. 01 στέλνω, κατευθύνω, αποστέλλω (πρόσωπο, όχημα κ.λπ.)
  2. 02 κατευθύνω (προσοχή), στρέφω (προβολέα κ.λπ.)
差し置く さしおく

ρήμα

  1. 01 αφήνω ως έχει, παραμερίζω, αγνοώ
差異 さい

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά, απόκλιση, χάσμα
差し引く さしひく

ρήμα

  1. 01 αφαιρώ, κρατώ, κάνω έκπτωση
  2. 02 λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω
  3. 03 παλινδρομώ, παρουσιάζω άμπωτη και πλημμυρίδα
差し金 さしがね

ουσιαστικό

  1. 01 γωνιόμετρο ξυλουργού
  2. 02 υποκίνηση, παρακίνηση, χειραγώγηση, έργο κάποιου
  3. 03 μεταλλικό σύρμα με προσαρτημένο ομοίωμα ζώου (π.χ. πεταλούδα, πουλί) στην άκρη
  4. 04 ράβδος που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο του βραχίονα μαριονέτας (στο μπουράκου)
差し迫る さしせまる

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, επίκειμαι, πιέζω, επείγω
差し出がましい さしでがましい

επίθετο

  1. 01 θρασύς, παρεμβατικός, αναιδής, ενοχλητικός
差をつける さをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω διαφορά, αποκτώ προβάδισμα
  2. 02 διακρίνω, ξεχωρίζω, διαφοροποιώ