55 αποτελέσματα για «染»

染まる そまる N1

ρήμα

  1. 01 βάφομαι
  2. 02 μιαίνομαι, μολύνομαι, λεκιάζομαι, διαποτίζομαι
染める そめる N1

ρήμα

  1. 01 βάφω, χρωματίζω
染み しみ

ουσιαστικό

  1. 01 λεκές, κηλίδα, μουτζούρα, στίγμα, άλειμμα, σημάδι
  2. 02 κηλίδα (στο δέρμα, π.χ. χλόασμα, κηλίδα γήρανσης), ατέλεια, αποχρωματισμός, φακίδα
染み込む しみこむ

ρήμα

  1. 01 διαποτίζω, εισχωρώ, διαπερνώ
  2. 02 κατασταλάζω (στη σκέψη), εμπεδώνομαι, εντυπώνομαι, ενσταλάζομαι
染みる しみる N1

ρήμα

  1. 01 διαποτίζω, διαπερνώ, εισχωρώ, διεισδύω
  2. 02 τσούζω (για πληγή, ευαίσθητη περιοχή), πονώ οξέως, δαγκώνω (π.χ. για το κρύο), ερεθίζομαι
  3. 03 μολύνομαι (π.χ. με κακία), διαποτίζομαι (π.χ. με προκαταλήψεις), επηρεάζομαι
  4. 04 αισθάνομαι έντονα, αφήνω βαθιά εντύπωση, εντυπώνομαι (π.χ. στον νου), συγκινούμαι
染め上げる そめあげる

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω τη βαφή
染み渡る しみわたる

ρήμα

  1. 01 διαπερνώ, εξαπλώνομαι, διαχέομαι
染み出す しみだす

ρήμα

  1. 01 διαρρέω, αναβλύζω, διαποτίζω
染み付く しみつく

ρήμα

  1. 01 διαποτίζω, εισχωρώ (για λεκέ, οσμή κ.λπ.), ενσωματώνομαι, εμποτίζω
  2. 02 γίνομαι βαθιά ριζωμένη συνήθεια, γίνομαι δεύτερη φύση
染め そめ

ουσιαστικό

  1. 01 βαφή, εκτύπωση
染料 せんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαφή, χρωστική ουσία, χρωστικός παράγοντας
染み入る しみいる

ρήμα

  1. 01 διαποτίζω, εισχωρώ, διεισδύω
染みる じみる

επίθημα, ρήμα

  1. 01 μοιάζω με, αποκτώ την όψη κάποιου πράγματος, έχω μια δόση από κάτι
  2. 02 λεκιάζομαι από, εμποτίζομαι με, λερώνομαι με
染色 せんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαφή
  2. 02 χρώση (ενός δείγματος)
  3. 03 βαμμένο χρώμα
染め抜く そめぬく

ρήμα

  1. 01 αφήνω ανεξίτηλο το χρώμα, βάφω εν μέρει αφήνοντας ανέπαφο το αρχικό χρώμα
  2. 02 βάφω βαθιά και ολοκληρωτικά, βάφω σταθερά
染色体 せんしょくたい

ουσιαστικό

  1. 01 χρωμόσωμα
染め直す そめなおす

ρήμα

  1. 01 ξαναβάφω
染め物 そめもの

ουσιαστικό

  1. 01 βαφή
  2. 02 βαμμένα είδη, είδη προς βαφή
染み抜き しみぬき

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίρεση λεκέδων
染め出す そめだす

ρήμα

  1. 01 βάφω