147 αποτελέσματα για «浮»
浮かべる うかべる N2
ρήμα
- 01 ρίχνω στο νερό, κάνω να επιπλεύσει, καθελκύω
- 02 δείχνω στο πρόσωπο (χαμόγελο, λύπη κ.λπ.), εκφράζω
- 03 ανακαλώ, θυμάμαι, φέρνω στο μυαλό μου, φαντάζομαι, σκέφτομαι
浮かぶ うかぶ
ρήμα
- 01 επιπλέω, αιωρούμαι
- 02 αναδύομαι, εμφανίζομαι, προβάλλω
- 03 μου έρχεται στο νου, εμπνέομαι
浮く うく N2
ρήμα
- 01 επιπλέω
- 02 χαίρομαι, ευθυμώ
- 03 χαλαρώνω, γίνομαι ασταθής
- 04 νιώθω αποκομμένος, νιώθω άβολα (π.χ. μεταξύ άλλων)
- 05 είμαι επιπόλαιος, είμαι αβέβαιος
- 06 μου περισσεύει (π.χ. χρόνος, χρήματα), εξοικονομώ (π.χ. χρήματα)
- 07 δεν έχω βάση, είμαι αναξιόπιστος
浮かび上がる うかびあがる
ρήμα
- 01 αναδύομαι
- 02 έρχομαι στο προσκήνιο, αναδύομαι (π.χ. από την αφάνεια)
- 03 ξεχωρίζω (π.χ. σε σκούρο φόντο)
浮気 うわき N1
ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα
- 01 εξωσυζυγική σχέση, παράνομη σχέση, ερωτική περιπέτεια, αταξία
- 02 απιστία, αστάθεια, επιπολαιότητα, ιδιοτροπία
浮かれる うかれる
ρήμα
- 01 γλεντώ, είμαι κεφάτος
浮遊 ふゆう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιπλέον, αιώρηση
- 02 περιπλάνηση
浮き上がる うきあがる
ρήμα
- 01 επιπλέω, αναδύομαι στην επιφάνεια
- 02 ξεχωρίζω, είμαι ορατός
- 03 αποξενώνομαι
浮上 ふじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάδυση, άνοδος στην επιφάνεια
- 02 εμφάνιση, ανάδειξη, ερχομός στο προσκήνιο
- 03 άνοδος (ιεραρχικής θέσης ή κατάταξης)
浮き出る うきでる
ρήμα
- 01 αναδύομαι στην επιφάνεια, βγαίνω στην επιφάνεια
- 02 ξεχωρίζω (π.χ. σε σχέση με ένα υπόβαθρο), διακρίνομαι
浮つく うわつく
ρήμα
- 01 είμαι άστατος, είμαι επιπόλαιος, είμαι αψυχολόγητος, είμαι ανερμάτιστος, είμαι ευμετάβλητος, είμαι ανήσυχος
浮かない顔 うかないかお
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κατσουφιασμένος, σκυθρωπός, μελαγχολικό πρόσωπο
浮き浮き ウキウキ
επίρρημα, ρήμα
- 01 ευδιάθετα, χαρούμενα, με ανεβασμένη διάθεση, με αίσθημα ευφορίας
浮かす うかす
ρήμα
- 01 επιπλέω
- 02 εξοικονομώ (έξοδα), κάνω οικονομία
- 03 σηκώνομαι ελαφρώς, ανασηκώνομαι (π.χ. όρθιος)
浮き立つ うきたつ
ρήμα
- 01 ζωηρεύω, ενθουσιάζομαι, διεγείρομαι, φτιάχνει η διάθεσή μου, είμαι σε καλή διάθεση
- 02 ξεχωρίζω, κάνω αντίθεση
浮き足立つ うきあしだつ
ρήμα
- 01 προετοιμάζομαι για φυγή, γίνομαι ανήσυχος, ταράζομαι
浮き うき
ουσιαστικό
- 01 άνωση, πλευστότητα
- 02 φελός αλιείας, φελλός
- 03 σημαντήρας
- 04 σωσίβιο, ζώνη κολύμβησης, σωσίβιο δαχτυλίδι
浮き輪 うきわ
ουσιαστικό
- 01 σωσίβιο, φουσκωτό κουλούρι θαλάσσης, ισόβιο, σωσίβιο ζώνη
浮浪者 ふろうしゃ
ουσιαστικό
- 01 άστεγος, περιπλανώμενος, αλήτης, άπορος
浮世離れ うきよばなれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποστασιοποίηση από τον κόσμο, έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα, απουσία κοσμικής αίσθησης