377 αποτελέσματα για «通»

通り とおり N4

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 οδός, δρόμος, λεωφόρος, πέρασμα (δημόσιο)
  2. 02 κυκλοφορία, το πηγαινοέρχομαι
  3. 03 ροή (νερού, αέρα κ.λπ.), πέρασμα, τρέξιμο
  4. 04 μετάδοση (ήχου), φτάσιμο (φωνής)
  5. 05 φήμη, εύνοια, δημοφιλία
  6. 06 κατανόηση, σαφήνεια, ευκρίνεια
  7. 07 με τον ίδιο τρόπο (όπως), όπως (ακολουθεί, αναφέρεται, αναμένεται κ.λπ.)
  8. 08 αριθμητική λέξη για σύνολα πραγμάτων
  9. 09 αριθμητική λέξη για μεθόδους, τρόπους, είδη κ.λπ.
通る とおる N4

ρήμα, επίθημα

  1. 01 περνώ, διαβαίνω, διασχίζω, ταξιδεύω, χρησιμοποιώ (δρόμο), ακολουθώ (διαδρομή), πηγαίνω μέσω
  2. 02 διέρχομαι, λειτουργώ, συνδέω
  3. 03 μπαίνω μέσα, εισέρχομαι σε ένα δωμάτιο, γίνομαι δεκτός, με οδηγούν μέσα
  4. 04 διαπερνώ, τρυπώ, σουβλίζω, περνάω μέσα
  5. 05 διαποτίζω, εισχωρώ, απλώνομαι παντού
  6. 06 ακούγομαι μακριά (π.χ. για φωνή), φτάνω μακριά
  7. 07 διαβιβάζομαι (π.χ. μια παραγγελία στην κουζίνα), μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι
  8. 08 περνάω (ένα τεστ, ένα νομοσχέδιο στη Βουλή), εγκρίνομαι, γίνομαι δεκτός
  9. 09 ονομάζομαι (με ένα όνομα), είμαι γνωστός ως, γίνομαι δεκτός ως, έχω φήμη για
  10. 10 είμαι συνεκτικός, λογικός, εύλογος, κατανοητός, βγάζω νόημα
  11. 11 γίνομαι κατανοητός (π.χ. το σημείο μου), γίνομαι αντιληπτός
  12. 12 περνάω για, φαίνομαι ως, μοιάζω με
  13. 13 είμαι ίσιος (π.χ. για τις ίνες ξύλου)
  14. 14 είμαι καλά πληροφορημένος, σοφός
  15. 15 κάνω κάτι εντελώς, διεξοδικά
通う かよう N4

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω κι έρχομαι (σε ένα μέρος), μετακινούμαι μεταξύ, εκτελώ δρομολόγια (π.χ. λεωφορείο, τρένο)
  2. 02 πηγαίνω (σε σχολείο, δουλειά κ.λπ.), φοιτώ, παρακολουθώ, συχνάζω
  3. 03 κυκλοφορώ (π.χ. αίμα, ηλεκτρισμός), μεταδίδομαι (π.χ. σκέψη)
  4. 04 μοιάζω
通じる つうじる N3

ρήμα

  1. 01 είμαι ανοιχτός (στην κυκλοφορία), οδηγώ (σε), συνδέομαι (με), εκτελώ δρομολόγια (π.χ. λεωφορείου), εκτείνομαι (μέχρι), πηγαίνω (σε), φτάνω
  2. 02 ρέω (για υγρό, ρεύμα κ.λπ.), περνώ (μέσα από), διαπερνώ (π.χ. για σήμα), συνδέομαι (π.χ. για κλήση), λειτουργώ (για τηλεφωνική γραμμή)
  3. 03 μεταδίδομαι (για πρόθεση, νόημα κ.λπ.), γίνομαι κατανοητός (από), γίνομαι αντιληπτός (π.χ. για ιδέα)
  4. 04 είμαι έμπειρος (σε), είμαι ικανός (σε), γνωρίζω πολλά (για), είμαι εξοικειωμένος (με)
  5. 05 είμαι διαδεδομένος, είμαι κοινώς γνωστός, επικρατώ
  6. 06 έχω αποτέλεσμα, λειτουργώ, είμαι ισάξιος (με)
  7. 07 επικοινωνώ κρυφά (με τον εχθρό), συνωμοτώ (με), προδίδω
  8. 08 έχω εξωσυζυγική σχέση (με), έχω παράνομη σχέση, συνάπτω ερωτική σχέση (με)
  9. 09 είμαι σχετικός (με), αφορώ
  10. 10 έχω κένωση, αφοδεύω
  11. 11 μεταδίδω (πρόθεση, συναίσθημα κ.λπ.), κάνω (κάτι) κατανοητό, επικοινωνώ, κάνω (κάποιον) να καταλάβει
  12. 12 μοιράζω (π.χ. επαγγελματικές κάρτες), δίνω (κάρτα ονόματος)
  13. 13 κάνω μέσω (κάτι), περνώ από (κάποιον), κάνω χρησιμοποιώντας
  14. 14 εκτείνομαι σε όλο (το), αφορώ όλο (το), εκτείνομαι παντού
通す とおす N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 αφήνω να περάσει, επιτρέπω να περάσει, δίνω δίοδο (σε)
  2. 02 μεταδίδω (π.χ. φως, ήχο), άγω (ηλεκτρισμό), αφήνω να διαποτίσει (π.χ. νερό μέσα από ύφασμα), επιτρέπω να περάσει, αφήνω να περάσει (π.χ. αέρας), περνάω μέσα από (π.χ. σωλήνα), διαπερνώ, βάζω μέσα
  3. 03 περνάω μέσα (π.χ. από τρύπα), διαπερνώ (π.χ. ένα άνοιγμα), περνάω κλωστή (σε βελόνα), βάζω μέσα
  4. 04 συνδέω (π.χ. δύο μέρη), ανοίγω (διαδρομή, μονοπάτι), ενώνω (π.χ. με δρόμο), καθιερώνω (σύνδεση μεταξύ), ενώνω, επεκτείνω μέχρι (κάπου)
  5. 05 περνάω (π.χ. μαθητή, υποψήφιο), γίνομαι δεκτός (π.χ. ως φοιτητής), επιτρέπω την είσοδο, βάζω μέσα
  6. 06 οδηγώ (κάποιον) μέσα (σε σπίτι, δωμάτιο), δείχνω την είσοδο, καθοδηγώ μέσα, υποδέχομαι (κάποιον)
  7. 07 παρουσιάζω λογικά, κάνω (π.χ. το επιχείρημά μου) πειστικό, είμαι συνεπής (στη λογική μου), μένω πιστός (π.χ. στις αρχές μου)
  8. 08 περνάω μέσω (π.χ. μεσάζοντα), χρησιμοποιώ ως ενδιάμεσο, μεσολαβώ μέσω (κάποιου), κάνω μέσω (κάτι)
  9. 09 περνάω (νόμο), εγκρίνω (π.χ. πρόταση), δίνω δίοδο
  10. 10 ακούω μέσα από (π.χ. πόρτα, τοίχο), κοιτάζω μέσα από (π.χ. παράθυρο)
  11. 11 ζεσταίνω καλά (για φαγητό), μαγειρεύω σωστά, θερμαίνω ομοιόμορφα
  12. 12 βουτάω μέσα (π.χ. σε σάλτσα), περνάω μέσα από (π.χ. ζωμό), περνάω μέσα από (π.χ. βραστό νερό)
  13. 13 κάνω (κάποιον) να εγκρίνει (π.χ. σχέδιο), επιβάλλω συμφωνία, περνάω (πρόταση, ιδέα, θέληση), κάνω το δικό μου
  14. 14 συνεχίζω (σε μια κατάσταση), επιμένω (να κάνω), εξακολουθώ να κάνω, παραμένω (σε μια κατάσταση)
  15. 15 κάνω μέσα από το πρίσμα του, βλέπω από την οπτική γωνία του, κάνω από την οπτική γωνία του
  16. 16 κάνω σε ολόκληρο, καλύπτω όλο, εκτείνω σε όλο
  17. 17 κάνω από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς διακοπή, ολοκληρώνω σε μία συνεδρία, κάνω όλα μαζί, κάνω μονορούφι
  18. 18 μεταβιβάζω (μήνυμα, εντολή), μεταφέρω (πρόθεση, νόημα), στέλνω μέσω, μεταδίδω (π.χ. πληροφορίες), κάνω να ακουστεί (π.χ. τη φωνή μου)
  19. 19 κάνω... μέχρι τέλους, κάνω... συνεχώς, ολοκληρώνω...
通常 つうじょう N1

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 συνηθισμένος, κοινός, κανονικός, τακτικός, γενικός
通路 つうろ N2

ουσιαστικό

  1. 01 πέρασμα, διάδρομος, μονοπάτι, οδός, λεωφόρος
通り過ぎる とおりすぎる N3

ρήμα

  1. 01 περνάω, προσπερνάω
通信 つうしん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλληλογραφία, επικοινωνία, μετάδοση, διαβίβαση, νέα, σήμα, τηλεπικοινωνίες
通用 つうよう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή χρήση (γλώσσας, νομίσματος κ.λπ.), τρέχουσα χρήση, κυκλοφορία, ισχύς, εγκυρότητα (π.χ. ενός εισιτηρίου)
  2. 02 γίνομαι αποδεκτός (π.χ. για τρόπο σκέψης), πιάνω, περνάω (για δικαιολογία, κόλπο κ.λπ.), ισχύω (π.χ. για θεωρία), εφαρμόζομαι, είμαι έγκυρος, περνάω για, τα πάω καλά, τα βγάζω πέρα
  3. 03 είσοδος και έξοδος
通過 つうか N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διέλευση (από σήραγγα, σταθμό, πόλη κ.λπ.), πέρασμα (π.χ. τυφώνα), διαμετακόμιση
  2. 02 ψήφιση (π.χ. νομοσχεδίου από το κοινοβούλιο), έγκριση
  3. 03 επιτυχία (σε εξετάσεις, επιθεώρηση κ.λπ.), πέρασμα, πρόκριση
つう

ουσιαστικό, επίθετο, άλλο

  1. 01 ειδικός, γνώστης, καλά πληροφορημένος
  2. 02 λέξη μέτρησης για μηνύματα, επιστολές, σημειώσεις, έγγραφα κ.λπ.
  3. 03 κατανόηση (ιδίως στις σχέσεις ανδρών-γυναικών), διακριτικότητα, τακτ, διορατικότητα
  4. 04 υπερφυσικές δυνάμεις, μαγικές δυνάμεις
通話 つうわ

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 τηλεφωνική κλήση, τηλεφώνημα, συνομιλία στο τηλέφωνο, φωνητική κλήση (διαδικτύου), κλήση βιντεοδιάσκεψης
  2. 02 μετρητής για τηλεφωνικές κλήσεις ορισμένης διάρκειας
通報 つうほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά, ειδοποίηση, πληροφορία, δελτίο, ανακοίνωση
  2. 02 μήνυμα (στη θεωρία πληροφορίας και επικοινωνιών)
通り抜ける とおりぬける

ρήμα

  1. 01 περνάω, διασχίζω, κόβω δρόμο
通りかかる とおりかかる

ρήμα

  1. 01 περνώ τυχαία από κάποιο σημείο
通称 つうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημοφιλές όνομα, κοινό όνομα, παρατσούκλι, ψευδώνυμο
通り越す とおりこす

ρήμα

  1. 01 περνώ από μπροστά (ένα μέρος ή αντικείμενο), προσπερνώ
通行人 つうこうにん

ουσιαστικό

  1. 01 περαστικός, πεζός
通達 つうたつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινοποίηση, επίσημη ειδοποίηση, οδηγία (π.χ. από ανώτερα προς κατώτερα κλιμάκια της διοίκησης)
  2. 02 κατάρτιση, επάρκεια (σε έναν τομέα)