353 αποτελέσματα για «連»

連絡 れんらく N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επικοινωνία, επαφή, αλληλογραφία, κλήση, μήνυμα
  2. 02 σύνδεση, ανταπόκριση (με τρένο, λεωφορείο κ.λπ.)
  3. 03 σύνδεση, σχέση, δεσμός (μεταξύ θεμάτων, περιστατικών κ.λπ.)
連れる つれる N4

ρήμα

  1. 01 παίρνω μαζί μου, φέρνω μαζί μου, πηγαίνω μαζί (με), συνοδεύω, συνοδεύομαι
連中 れんちゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 παρέα, όμιλος, ομάδα, κόσμος, παιδιά, τύποι
  2. 02 θίασος, μουσικό συγκρότημα, ορχήστρα
連れてくる つれてくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φέρνω κάποιον μαζί μου
連れて行く つれていく

ρήμα

  1. 01 παίρνω κάποιον μαζί μου, συνοδεύω, πηγαίνω κάποιον κάπου, οδηγώ κάποιον μακριά
連続 れんぞく N3

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 συνέχεια, διαδοχή, σειρά, ακολουθία
  2. 02 συνεχής
連れ出す つれだす

ρήμα

  1. 01 βγάζω έξω (για βόλτα, φαγητό κ.λπ.)
  2. 02 παρασύρω, δελεάζω
連携 れんけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία, συντονισμός, σύμπραξη, ευθυγράμμιση
  2. 02 ενσωμάτωση, σύνδεση, διασύνδεση
れん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 διπλό δεσμίδιο χαρτιού (1000 φύλλα)
  2. 02 στροφή, στίχος
  3. 03 φυλή (στην ταξινόμηση)
  4. 04 στοίχημα πρόβλεψης των δύο πρώτων νικητών (δηλαδή στοίχημα κινέλα ή πρεφέκτα)
  5. 05 παρέα, συντροφιά, ομάδα, σύνολο
  6. 06 αντικείμενα περασμένα σε σειρά, π.χ. μαργαριτάρια, αποξηραμένα ψάρια, φατνώματα γέφυρας κ.ά.
  7. 07 γεράκι
連想 れんそう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνειρμός (ιδεών), ανάκληση στη μνήμη, πρόκληση σκέψης
連絡を取る れんらくをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι σε επαφή με
連れ去る つれさる

ρήμα

  1. 01 απάγω, παρασύρω, απαγάγω
連なる つらなる N1

ρήμα

  1. 01 εκτείνομαι, απλώνομαι, στέκομαι στη σειρά
  2. 02 παρευρίσκομαι, συμμετέχω
  3. 03 εγγράφομαι, συμμετέχω
  4. 04 συνδέομαι, σχετίζομαι, συσχετίζομαι
連れ戻す つれもどす

ρήμα

  1. 01 φέρνω πίσω, επιστρέφω
連れ込む つれこむ

ρήμα

  1. 01 φέρνω (κάποιον μέσα σε έναν χώρο), οδηγώ μέσα
連日 れんじつ N1

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μέρα με τη μέρα, καθημερινά
連行 れんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οδηγώ (έναν ύποπτο στην αστυνομία), σέρνω (κάποιον) μακριά
連絡先 れんらくさき

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχεία επικοινωνίας (διεύθυνση, αριθμός τηλεφώνου κ.λπ.)
連合 れんごう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένωση, συνδυασμός, συμμαχία, συνομοσπονδία, συνασπισμός
  2. 02 σύνδεσμος, ένωση, σωματείο
  3. 03 ΡΕΝΓΚΟ (Ιαπωνική Συνομοσπονδία Εργατικών Συνδικάτων)
連れ つれ N3

ουσιαστικό

  1. 01 σύντροφος, παρέα, συντροφιά
  2. 02 τριταγωνιστής, δεύτερος υποστηρικτικός χαρακτήρας