Ευρετήριο
217.768 λέξεις
- 引き裂く σκίζω, ξεσκίζω, κομματιάζω, χωρίζω βίαια (ένα ζευγάρι, μια οικογένεια κ.λπ.), διασπώ
- 美貌 όμορφο πρόσωπο, ωραία εμφάνιση, ομορφιά
- 給料 μισθός, αμοιβή
- 数分 μερικά λεπτά, λίγα λεπτά
- 天国 παράδεισος, ουρανός, Βασιλεία των Ουρανών
- 心強い ενθαρρυντικός, καθησυχαστικός
- 障害 εμπόδιο, κώλυμα, παρεμπόδιση, φράγμα, δυσκολία, διαταραχή, ελάττωμα, ανεπάρκεια, αναπηρία, βλάβη, δυσλειτουργία, αγώνας μετ' εμποδίων (ιπποδρομίες), αγώνας μετ' εμποδίων (στίβος)
- 祝う γιορτάζω, πανηγυρίζω, συγχαίρω, τιμώ (μια γιορτή), προσφέρω (δώρο) για γιορτή, πίνω στην υγειά κάποιου, εύχομαι (ένα ευτυχισμένο μέλλον, καλή τύχη κ.λπ.), προσεύχομαι για
- かと思えば μόλις, αμέσως μετά, με το που, με τη σκέψη, όταν σκέφτομαι
- 有する έχω, κατέχω, διαθέτω, είμαι προικισμένος με
- まあね λοιπόν, πρέπει να παραδεχτώ
- 破片 θραύσμα, σπασμένο κομμάτι, σκλήθρα, κομμάτι
- 連携 συνεργασία, συντονισμός, σύμπραξη, ευθυγράμμιση, ενσωμάτωση, σύνδεση, διασύνδεση
- 言われてみれば τώρα που το λες, τώρα που το αναφέρεις
- 涙目 δακρυσμένα μάτια
- 割り込む διακόπτω (συζήτηση), μπαίνω σφήνα (σε σειρά κ.λπ.), εισχωρώ (π.χ. σε πλήθος), σφηνώνομαι, στριμώχνομαι, παρεμβαίνω, πέφτω κάτω από (π.χ. τιμές μετοχών, πωλήσεις), υποχωρώ, σφηνώνω, παίζω σφήνα
- エンジン κινητήρας
- ずれる γλιστρώ, μετατοπίζομαι, εξαρθρώνομαι, χάνω την ευθυγράμμιση, αποκολλώμαι, παρεκκλίνω, αλλάζω θέση, είμαι εκτός συγχρονισμού, είμαι ελαφρώς εκτός, είμαι εκτός θέματος
- 大して όχι πολύ, όχι και τόσο, όχι ιδιαίτερα, όχι ειδικά
- 絶望的 απελπιστικός, αδιέξοδος
- 吐き捨てる φτύνω, πετάω, απορρίπτω
- 忠実 πιστός, αφοσιωμένος, έντιμος, ειλικρινής, αληθινός
- 拳を握る κάνω γροθιά, σφίγγω τη γροθιά μου
- 垂らす στάζω, χύνω, κρεμάω, σακομανιάζω, αιωρώ
- 全体に γενικά
- 消耗 εξάντληση, κατανάλωση, ανάλωση, διασπάθιση, σπατάλη
- 申し訳なさそう απολογητικός
- 予約 κράτηση, ραντεβού, προπαραγγελία, συμβόλαιο, συνδρομή, δέσμευση, προγραμματισμός (π.χ. μιας συσκευής), ρύθμιση (π.χ. ενός χρονοδιακόπτη)
- 欲する θέλω, επιθυμώ
- 消え去る εξαφανίζομαι, χάνομαι