266 αποτελέσματα για «取»
取る とる N5
ρήμα
- 01 παίρνω, σηκώνω, αρπάζω, πιάνω, κρατώ
- 02 δίνω, παραδίδω, προσφέρω
- 03 παίρνω, αποκτώ, κερδίζω, λαμβάνω, βγάζω (χρήματα), παίρνω (π.χ. άδεια)
- 04 υιοθετώ (π.χ. μέθοδο, πρόταση), παίρνω (π.χ. μέτρο, στάση), επιλέγω
- 05 αφαιρώ, ξεφορτώνομαι, βγάζω
- 06 παίρνω, κλέβω, ληστεύω
- 07 τρώω, παίρνω (π.χ. μεσημεριανό, βιταμίνες)
- 08 μαζεύω (π.χ. λουλούδια), συλλέγω, βγάζω (π.χ. χυμό), ψαρεύω (π.χ. ψάρια), συγκομίζω (σοδειά)
- 09 καταλαμβάνω (χρόνο, χώρο), απασχολώ, διαθέτω, αφήνω στην άκρη
- 10 εξασφαλίζω, κρατώ, αποταμιεύω, βάζω στην άκρη, φυλάω
- 11 παίρνω (π.χ. ένα αστείο), ερμηνεύω, καταλαβαίνω, διακρίνω, συλλαμβάνω
- 12 καταγράφω, σημειώνω
- 13 γίνομαι συνδρομητής (π.χ. σε εφημερίδα), παίρνω, αγοράζω, αποκτώ
- 14 παραγγέλνω, ζητώ να μου φέρουν
- 15 χρεώνω, επιβάλλω πρόστιμο, παίρνω (φόρο)
- 16 παίρνω (π.χ. σύζυγο), παίρνω (π.χ. μαθητευόμενο), υιοθετώ, δέχομαι
- 17 παίρνω τον έλεγχο, παίρνω (το πηδάλιο)
- 18 αγωνίζομαι (π.χ. στο σούμο, στα χαρτιά), παίζω
取りあえず とりあえず
επίρρημα
- 01 πρώτα απ' όλα, αμέσως, αρχικά
- 02 προς το παρόν, προσωρινά, δοκιμαστικά
- 03 τέλος πάντων, τουλάχιστον
取れる とれる N3
ρήμα
- 01 ξεκολλάω, βγαίνω (π.χ. κουμπί, χερούλι, καπάκι)
- 02 φεύγω, εξαφανίζομαι, περνάω (π.χ. πυρετός, πόνος, λεκές, σκόνη, ρυτίδες)
- 03 συγκομίζομαι, μαζεύομαι, παράγομαι, πιάνομαι (π.χ. ψάρι), λαμβάνομαι, αποκτώ, εξάγομαι
- 04 ερμηνεύομαι (ως), εκλαμβάνομαι (ως), γίνομαι κατανοητός (ως), διαβάζομαι (ως)
- 05 επιτυγχάνομαι (π.χ. ισορροπία, αρμονία)
- 06 μπορώ να πάρω, μπορώ να αποκτήσω, μπορώ να λάβω, μπορώ να εξασφαλίσω, μπορώ να κερδίσω, μπορώ να πιάσω
取り出す とりだす N2
ρήμα
- 01 βγάζω, ανασύρω, επιλέγω
- 02 ανακτώ, ανασύρω, φέρνω
取り戻す とりもどす N1
ρήμα
- 01 παίρνω πίσω, ανακτώ, ξανακερδίζω, αποκαθιστώ, επαναφέρω, αναπληρώνω
取り上げる とりあげる N3
ρήμα
- 01 σηκώνω, παίρνω
- 02 υιοθετώ (μια πρόταση), αναλαμβάνω (ένα θέμα), δέχομαι, ακούω
- 03 διαφωνώ, κάνω θέμα, θίγω (ως σημείο κριτικής)
- 04 αναφέρω (νέα), καλύπτω, παρουσιάζω
- 05 αφαιρώ, κατάσχω, στερώ (από κάποιον), ανακαλώ, αποκλείω, ακυρώνω
- 06 ξεγεννώ (μια γυναίκα)
- 07 εισπράττω (φόρους)
取引 とりひき N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συναλλαγές, δοσοληψίες, εμπορικές δραστηριότητες
取り囲む とりかこむ
ρήμα
- 01 περικυκλώνω, περιβάλλω, συγκεντρώνομαι γύρω, συνωστίζομαι γύρω, πολιορκώ
取り込む とりこむ
ρήμα
- 01 παίρνω, φέρνω, υιοθετώ (π.χ. συμπεριφορά), εισάγω
- 02 αποτυπώνω (π.χ. εικόνα), συλλαμβάνω, εισάγω
- 03 κερδίζω, ευχαριστώ, κολακεύω, κάνω χάρες
- 04 εξαπατώ, απατώ, υπεξαιρώ
- 05 απασχολούμαι, βρίσκομαι σε σύγχυση, έχω πρόβλημα
取材 しゅざい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκέντρωση υλικού (για άρθρο, μυθιστόρημα κ.λπ.), συλλογή πληροφοριών, κάλυψη (γεγονότος, περιστατικού κ.λπ.), ρεπορτάζ, συνέντευξη (για ειδησεογραφικό άρθρο)
取り返す とりかえす
ρήμα
- 01 ανακτώ, παίρνω πίσω, ξανακερδίζω, αναπληρώνω, επανορθώνω, καλύπτω (καθυστέρηση)
取り残す とりのこす
ρήμα
- 01 αφήνω πίσω
取り乱す とりみだす
ρήμα
- 01 αναστατώνομαι, χάνω την ψυχραιμία μου, χάνω τον αυτοέλεγχο, καταρρέω, ταράζομαι
- 02 αναστατώνω, ανακατεύω, διαταράσσω, σκορπίζω
取り組む とりくむ N1
ρήμα
- 01 παλεύω, αγωνίζομαι, αντιμετωπίζω αντίπαλο
- 02 ασχολούμαι με κάτι επίμονα, καταπιάνομαι με πρόβλημα, προσπαθώ σκληρά για κάτι
取り付ける とりつける N1
ρήμα
- 01 εγκαθιστώ, τοποθετώ, στερεώνω, στήνω, εφοδιάζω, εξοπλίζω
- 02 καταφέρνω να εξασφαλίσω (συμφωνία, άδεια κ.λπ.), αποκτώ, επιτυγχάνω (συμβόλαιο, υποστήριξη κ.λπ.)
- 03 είμαι τακτικός πελάτης (σε κατάστημα), αγοράζω συνήθως (από το ίδιο μαγαζί)
取り繕う とりつくろう
ρήμα
- 01 διατηρώ (τις προσχήματα), παρουσιάζω καλό πρόσωπο
- 02 συγκαλύπτω (ένα σφάλμα, παράπτωμα κ.λπ.), μπαλώνω, κουκουλώνω, δικαιολογώ
- 03 επισκευάζω, διορθώνω, μπαλώνω
取り除く とりのぞく N1
ρήμα
- 01 απομακρύνω, απεγκαθιστώ, παίρνω μακριά, θέτω κατά μέρος
取り巻く とりまく N1
ρήμα
- 01 περιβάλλω, περικυκλώνω, περικλείω
- 02 κολακεύω (κάποιον), γλείφομαι, προσπαθώ να κερδίσω την εύνοια κάποιου
取り合う とりあう
ρήμα
- 01 πιάνομαι χέρι-χέρι, κρατιέμαι από τα χέρια
- 02 αλληλοαρπάζομαι, προσπαθώ να κερδίσω κάτι με ανταγωνισμό, διεκδικώ
- 03 δίνω σημασία, ασχολούμαι, ανταποκρίνομαι σε κάποιον, λαμβάνω υπόψη
取り入れる とりいれる N2
ρήμα
- 01 εισάγω, συλλέγω
- 02 υιοθετώ (π.χ. μια ιδέα), αποδέχομαι (π.χ. συμβουλή), εισάγω (π.χ. τεχνολογία), δανείζομαι (π.χ. μια λέξη)
- 03 θερίζω, συγκομίζω, μαζεύω