281 αποτελέσματα για «引»

引く ひく N5

ρήμα

  1. 01 τραβάω, σέρνω, οδηγώ (π.χ. ένα άλογο)
  2. 02 τραβάω (π.χ. την προσοχή, τη συμπάθεια), προσελκύω (π.χ. το ενδιαφέρον)
  3. 03 τραβάω πίσω (π.χ. το χέρι μου), μαζεύω (π.χ. το πηγούνι, την κοιλιά μου), ανασύρω
  4. 04 τραβάω (π.χ. ένα χαρτί, μια πέτρα ματζόνγκ)
  5. 05 σχεδιάζω (π.χ. μια γραμμή, ένα σχέδιο)
  6. 06 κολλάω (κρυολόγημα)
  7. 07 παίζω (π.χ. ένα έγχορδο ή πληκτροφόρο όργανο)
  8. 08 ανατρέχω (π.χ. σε λεξικό, τηλεφωνικό κατάλογο), συμβουλεύομαι, ελέγχω
  9. 09 ρυμουλκώ, τραβάω (π.χ. οχήματα)
  10. 10 αφαιρώ, εκπίπτω
  11. 11 υποχωρώ, υποστέλλομαι (για παλίρροια), ξεθωριάζω
  12. 12 κατάγομαι από, κληρονομώ (π.χ. ένα χαρακτηριστικό)
  13. 13 παραθέτω, επικαλούμαι, αναφέρω (ως απόδειξη)
  14. 14 εγκαθιστώ (π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα, αέριο, τηλέφωνο), παρέχω (π.χ. νερό)
  15. 15 κρατάω (π.χ. μια νότα)
  16. 16 εφαρμόζω (π.χ. κραγιόν), λαδώνω (π.χ. ένα τηγάνι), κερώνομαι (π.χ. ένα πάτωμα)
  17. 17 μετακινούμαι πίσω, αποσύρομαι, υποχωρώ
  18. 18 μειώνομαι, υποχωρώ, κοπάζω, ξεπρησιάζομαι (π.χ. για πρήξιμο)
  19. 19 παραιτούμαι, αποχωρώ, παρατώ
  20. 20 απωθούμαι (π.χ. από τα λόγια ή τη συμπεριφορά κάποιου), αηδιάζω, συμμαζεύομαι
引っ張る ひっぱる N3

ρήμα

  1. 01 τραβάω, σύρω, τεντώνω
  2. 02 τεντώνω (γραμμές), περνάω (καλώδιο), εκτείνω
  3. 03 τραβάω προς το μέρος μου (π.χ. το μανίκι κάποιου)
  4. 04 σύρω, ρυμουλκώ
  5. 05 οδηγώ, καθοδηγώ (π.χ. τους οπαδούς μου)
  6. 06 οδηγώ κάποιον κάπου (π.χ. έναν ύποπτο στην αστυνομία)
  7. 07 παρασύρω να ενταχθεί, προσκαλώ έντονα να συμμετάσχει
  8. 08 καθυστερώ, παρατείνω
  9. 09 επιμηκύνω την προφορά (μιας λέξης)
  10. 10 παραθέτω, αναφέρω
  11. 11 τραβάω την μπάλα
  12. 12 φοράω, βάζω
引き受ける ひきうける

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω, δέχομαι, αναλαμβάνω την ευθύνη
  2. 02 αναλαμβάνω, κληρονομώ
  3. 03 εγγυώμαι, βεβαιώνω
  4. 04 κολλάω (ασθένεια), προσβάλλομαι (από ασθένεια)
引きずる ひきずる N1

ρήμα

  1. 01 σέρνω, τραβάω πίσω μου, κουβαλάω με κόπο
  2. 02 σέρνω (κάποιον), αναγκάζω να έρθει
  3. 03 παρατείνω, καθυστερώ, χρονοτριβώ
  4. 04 επηρεάζω, πείθω, δελεάζω, παρασύρω
引き出す ひきだす N2

ρήμα

  1. 01 βγάζω, τραβώ έξω, ανασύρω
  2. 02 οδηγώ έξω (π.χ. άλογο από στάβλο), καλώ (π.χ. σε δικαστήριο), φέρνω (π.χ. κάποιον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων), σέρνω
  3. 03 κάνω ανάληψη (χρημάτων), αναλαμβάνω
  4. 04 αναδεικνύω (π.χ. ταλέντο, δυναμικό, ομορφιά, γεύση), αποσπώ (π.χ. πληροφορίες, την αλήθεια, απάντηση, αποτέλεσμα), εκμαιεύω, βγάζω (π.χ. συμπέρασμα), αντλώ (π.χ. ευχαρίστηση)
  5. 05 εκμαιεύω (χρήματα από κάποιον), κάνω κάποιον να πληρώσει, κάνω κάποιον να καταβάλει (χρήματα)
引き上げる ひきあげる N1

ρήμα

  1. 01 ανασύρω, σηκώνω
  2. 02 αυξάνω (π.χ. φόρους)
  3. 03 αποσύρομαι, αποχωρώ
  4. 04 προάγω (κάποιον σε ανώτερη θέση)
  5. 05 επιστρέφω σπίτι
  6. 06 επισπεύδω το πρόγραμμα
引っかかる ひっかかる

ρήμα

  1. 01 παγιδεύομαι, πιάνωμαι, κολλάω, σφηνώνω
  2. 02 περνάω, κάνω μια σύντομη επίσκεψη, καθυστερώ, αργώ, χρειάζομαι χρόνο
  3. 03 μπλέκομαι (σε μπελάδες), εμπλέκομαι (σε ένα πρόβλημα), αναμειγνύομαι
  4. 04 την πατάω (σε ένα κόλπο), πέφτω στην παγίδα, εξαπατώμαι, ξεγελιέμαι
  5. 05 με απασχολεί, με ανησυχεί, με ενοχλεί, νιώθω άβολα
  6. 06 εμποδίζομαι, παρεμποδίζομαι, φράζω
  7. 07 πιτσιλάω
引き寄せる ひきよせる

ρήμα

  1. 01 τραβάω προς το μέρος μου, τραβάω πιο κοντά, έλκω προς το μέρος μου
  2. 02 προσελκύω, ελκύω, δελεάζω
引き抜く ひきぬく

ρήμα

  1. 01 εξάγω, βγάζω, τραβώ έξω, ξεριζώνω
  2. 02 προσελκύω (προσωπικό), αποσπώ (από άλλη εταιρεία), δελεάζω
引き取る ひきとる

ρήμα

  1. 01 παραλαμβάνω, δέχομαι, παίρνω στην κατοχή μου, συλλέγω, διεκδικώ
  2. 02 αναλαμβάνω τη φροντίδα (π.χ. προσώπου, κατοικίδιου), αναλαμβάνω την επιμέλεια, υιοθετώ
  3. 03 φεύγω, αποχωρώ, αποσύρομαι, απομακρύνομαι
引き返す ひきかえす N2

ρήμα

  1. 01 γυρίζω πίσω, επιστρέφω
引き起こす ひきおこす N1

ρήμα

  1. 01 προκαλώ, επιφέρω, προξενώ
  2. 02 σηκώνω όρθιο, βοηθώ να σηκωθεί (π.χ. κάποιον που έχει πέσει)
引きつる ひきつる

ρήμα

  1. 01 παθαίνω κράμπα, σπασμωδούμαι, παθαίνω σπασμό
  2. 02 παγώνω (για πρόσωπο, έκφραση), σφίγγομαι (π.χ. η φωνή), γίνομαι άκαμπτος
  3. 03 συστέλλομαι (για το δέρμα, λόγω ουλής), τεντώνομαι, σφίγγομαι
引き裂く ひきさく

ρήμα

  1. 01 σκίζω, ξεσκίζω, κομματιάζω
  2. 02 χωρίζω βίαια (ένα ζευγάρι, μια οικογένεια κ.λπ.), διασπώ
引き継ぐ ひきつぐ

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω (καθήκοντα, επιχείρηση κ.λπ.), κληρονομώ, διαδέχομαι, συνεχίζω (μια παράδοση), διατηρώ
  2. 02 παραδίδω, μεταβιβάζω
引っ越す ひっこす N4

ρήμα

  1. 01 μετακομίζω, αλλάζω κατοικία
引き続く ひきつづく

ρήμα

  1. 01 συνεχίζω (για μεγάλο διάστημα), διαδέχομαι, ακολουθώ (π.χ. στην τηλεόραση)
引退 いんたい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνταξιοδότηση
引き離す ひきはなす

ρήμα

  1. 01 τραβάω και χωρίζω, χωρίζω, διαχωρίζω
  2. 02 προηγούμαι, ξεπερνάω, αποκτώ προβάδισμα
引っ込む ひっこむ N2

ρήμα

  1. 01 τραβιέμαι πίσω, βουλιάζω, υποχωρώ (π.χ. το έδαφος)
  2. 02 απέχω, βρίσκομαι πιο πίσω (π.χ. από έναν δρόμο)
  3. 03 αποσύρομαι (π.χ. από τα φώτα της δημοσιότητας), κλείνομαι (π.χ. σε ένα μέρος, στο σπίτι), δεν ανακατεύομαι, μένω εκτός