199 αποτελέσματα για «打»

打つ うつ N4

ρήμα

  1. 01 χτυπάω, κτυπώ, χτυπάω με γροθιά, χαστουκίζω, χτυπάω ελαφρά, κοπανάω, χτυπάω παλαμάκια, κοπανάω
  2. 02 χτυπάω (π.χ. το μεσημέρι), ηχώ (π.χ. κύμβαλα), κρούω (π.χ. τύμπανο)
  3. 03 χτυπάω ρυθμικά (π.χ. παλμός, κύματα)
  4. 04 συγκινώ, εντυπωσιάζω, αγγίζω
  5. 05 καρφώνω, μπήγω, εισάγω, κάνω ένεση, εμβολιάζω
  6. 06 πληκτρολογώ, στέλνω, μεταδίδω
  7. 07 εισάγω, γράφω (μέσα σε κείμενο), σημειώνω
  8. 08 φτιάχνω (π.χ. ζυμαρικά), ετοιμάζω
  9. 09 καλλιεργώ (το έδαφος)
  10. 10 ραντίζω, πετάω, ρίχνω
  11. 11 κάνω, εκτελώ, παίζω, πραγματοποιώ, ασχολούμαι (π.χ. με τζόγο)
  12. 12 πληρώνω (π.χ. προκαταβολή)
  13. 13 επισκέπτομαι (σε προσκύνημα)
  14. 14 φοδράρω (ένα παλτό)
  15. 15 δένω, δεσμεύω (έναν εγκληματία)
  16. 16 ρίχνω (ένα κομμάτι)
  17. 17 κάνω μια κίνηση, παίζω ένα παιχνίδι
打付ける ぶつける

ρήμα

  1. 01 χτυπώ (π.χ. το κεφάλι μου), προσκρούω, πέφτω πάνω (σε κάτι), συγκρούομαι
  2. 02 πετώ (σε κάποιον), ρίχνω (σε κάποιον), εξαπολύω (σε κάποιον)
  3. 03 ξεσπώ (π.χ. τον θυμό μου), εκφράζω (τα συναισθήματά μου), απευθύνω (μια ερώτηση σε κάποιον)
  4. 04 βάζω (κάποιον) αντιμέτωπο, αντιπαραθέτω, βάζω απέναντι, αναμετρώ
打ち合わせ うちあわせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσυνεννόηση, προπαρασκευαστική σύσκεψη, σύσκεψη ενημέρωσης, προκαταρκτικές διευθετήσεις
  2. 02 επικάλυψη (ρούχου κ.λπ.)
  3. 03 πλήρης ταύτιση, ακριβές ταίριασμα, εναρμόνιση
打ち明ける うちあける N1

ρήμα

  1. 01 εμπιστεύομαι, αποκαλύπτω, γνωστοποιώ, εξομολογούμαι, μιλάω ειλικρινά, ανοίγω την καρδιά μου
打ち込む うちこむ N1

ρήμα

  1. 01 καρφώνω, μπήγω (π.χ. ένα παλούκι), στερεώνω
  2. 02 χτυπώ (μια μπάλα, κ.λπ.), κτυπώ, οδηγώ (την μπάλα), καρφώνω
  3. 03 πυροβολώ, ρίχνω πυρά μέσα
  4. 04 εισάγω (δεδομένα), καταχωρίζω
  5. 05 αφοσιώνομαι σε, απορροφιέμαι από, είμαι παθιασμένος με, βάζω όλη μου την ψυχή, ρίχνομαι με τα μούτρα
  6. 06 εξασκώ τα χτυπήματα (στο μπέιζμπολ, τένις, κ.λπ.)
  7. 07 χτυπώ (έναν αντίπαλο στο κέντο, την πυγμαχία, κ.λπ.), δίνω ένα χτύπημα
  8. 08 εισβάλλω στην περιοχή του αντιπάλου, τοποθετώ πέτρα (στο Γκο)
  9. 09 ρίχνω (μπετόν, κ.λπ.) σε καλούπι, χύνω (σε καλούπι)
打つ ぶつ N3

ρήμα

  1. 01 χτυπώ, δέρνω
  2. 02 εκφωνώ (ομιλία), απευθύνω (λόγο)
  3. 03 τζογάρω
打撃 だげき N1

ουσιαστικό

  1. 01 πλήγμα, σοκ, κτύπημα, ζημιά
  2. 02 χτύπημα της μπάλας στο μπέιζμπολ
打ち消す うちけす N2

ρήμα

  1. 01 αρνούμαι, αντικρούω
  2. 02 αναιρώ, εξουδετερώνω (ειδικά για ήχο), καλύπτω
打ち切る うちきる N1

ρήμα

  1. 01 διακόπτω, ακυρώνω, σταματώ, κλείνω

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 χτύπημα μπάλας (με ρόπαλο, μπαστούνι του γκολφ κ.λπ.), κτύπημα, χτύπημα
打ち出す うちだす

ρήμα

  1. 01 ανάγλυφω, σφυρηλατώ
  2. 02 εκτυπώνω
  3. 03 καταστρώνω (π.χ. πολιτική), επεξεργάζομαι, διατυπώνω, προβάλλω
  4. 04 χτυπώ (τύμπανο που σηματοδοτεί το τέλος μιας παράστασης)
  5. 05 αρχίζω να χτυπώ, ξεκινώ να κρούω
打ち付ける うちつける

ρήμα

  1. 01 καρφώνω (σε κάτι), στερεώνω (σε), μπήγω (καρφί)
  2. 02 χτυπώ (π.χ. το κεφάλι), κοπανώ, δέρνω (πάνω σε)
  3. 03 εκσφενδονίζω (σε τοίχο, στο πάτωμα κ.λπ.), πετώ (σε)
打ち砕く うちくだく

ρήμα

  1. 01 συντρίβω, σπάζω (σε κομμάτια), θρυμματίζω, συνθλίβω
  2. 02 απλοποιώ, καθιστώ εύκολα κατανοητό
打ち上げる うちあげる

ρήμα

  1. 01 εκτοξεύω, πυροδοτώ, χτυπώ (μπάλα) ψηλά
  2. 02 ξεβράζω (για κύματα), εκβράζω (στην ακτή)
  3. 03 ολοκληρώνω (π.χ. θεατρική παράσταση, τουρνουά σούμο), κλείνω
  4. 04 αναφέρω (στον προϊστάμενο, κ.λπ.)
打ち解ける うちとける

ρήμα

  1. 01 ανοίγομαι (σε κάποιον), γίνομαι διαχυτικός, χαλαρώνω τις αντιστάσεις μου, γίνομαι φιλικός, νιώθω άνετα, υιοθετώ μια χαλαρή στάση
打ち破る うちやぶる

ρήμα

  1. 01 σπάω, συντρίβω, νικώ, καταστρέφω, εξαλείφω
打ちのめす うちのめす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάτω, γκρεμίζω, δέρνω
  2. 02 κατάφερω συντριπτικό πλήγμα, αποδεκατίζω, συντρίβω, καταβάλλω, νικώ κατά κράτος, διαλύω
打ちのめす ぶちのめす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάποιον κάτω, ξυλοκοπώ, λιανίζω
  2. 02 καταφέρω συντριπτικό χτύπημα, συντρίβω συναισθηματικά, ισοπεδώνω, κυριεύω, νικώ κατά κράτος, τσακίζω έναν αντίπαλο
打倒 だとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατροπή, νίκη, καθαίρεση, νοκ-άουτ
打って変わる うってかわる

ρήμα

  1. 01 μεταβάλλομαι πλήρως, αλλάζω απότομα