137 αποτελέσματα για «押»

押す おす N5

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω, ωθώ, προωθώ
  2. 02 πατάω (π.χ. ένα κουμπί), πιέζω (προς τα κάτω), ασκώ πίεση σε
  3. 03 σφραγίζω (π.χ. το όνομά μου), βάζω σφραγίδα
  4. 04 τοποθετώ, κολλώ (π.χ. φύλλο χρυσού)
  5. 05 πιέζω, ασκώ πίεση σε (κάποιον)
  6. 06 υπερνικώ, καταβάλλω, βάζω (κάποιον) υπό πίεση, υπερέχω
  7. 07 προχωράω, προωθώ (μια πολιτική, ένα σχέδιο κ.λπ.), επιμένω σε
  8. 08 αψηφώ, παραμερίζω, τολμώ, κάνω παρά
  9. 09 βεβαιώνομαι, σιγουρεύομαι
  10. 10 καθυστερώ, βγαίνω εκτός χρονοδιαγράμματος
  11. 11 σπρώχνω, προωθώ τα πιόνια μου πιέζοντας τα αντίπαλα
押さえる おさえる

ρήμα

  1. 01 καθηλώνω, συγκρατώ, πιέζω κάτω, κρατώ στη θέση του, κρατώ σταθερό
  2. 02 καλύπτω (π.χ. ένα μέρος του σώματος με το χέρι μου), πιάνω σφιχτά (από πόνο), πιέζω
  3. 03 αποκτώ, παίρνω, αρπάζω, πιάνω, συλλαμβάνω
  4. 04 κατανοώ, αντιλαμβάνομαι, συλλαμβάνω (π.χ. ένα σημείο)
  5. 05 κρατώ, κάνω κράτηση, δεσμεύω (π.χ. χρόνο, χώρο, διαθεσιμότητα), εξασφαλίζω, καθορίζω οριστικά (π.χ. μια ημερομηνία)
  6. 06 καταστέλλω, συγκρατώ, υποτάσσω, περιορίζω, χαλιναγωγώ, καταπνίγω
押し付ける おしつける

ρήμα

  1. 01 πιέζω, σπρώχνω, ωθώ (πάνω σε κάτι)
  2. 02 επιβάλλω (π.χ. καθήκον, ευθύνη, τη θέλησή μου), φορτώνω (σε κάποιον)
押し込む おしこむ N1

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω μέσα, στριμώχνω, παραγεμίζω, μπουκώνω
  2. 02 κάνω διάρρηξη, μπαίνω παράνομα
押し寄せる おしよせる N1

ρήμα

  1. 01 ορμώ, ξεχύνομαι, προελαύνω, πλησιάζω, βαδίζω προς, επιτίθεμαι (στον εχθρό), κατακλύζω (π.χ. πλήθος, κύμα), συνεπαίρνω (π.χ. κύμα νοσταλγίας), σπεύδω προς (π.χ. την πόρτα), απωθώ
押し倒す おしたおす

ρήμα

  1. 01 ακινητοποιώ, ρίχνω κάτω, σπρώχνω και κρατώ κάτω (ιδίως με σεξουαλική χροιά)
押さえつける おさえつける

ρήμα

  1. 01 πιέζω προς τα κάτω, συγκρατώ, καθηλώνω
  2. 02 καταστέλλω (συναισθήματα, αταξία, αντίσταση κ.λπ.), καταπνίγω, απωθώ
押し殺す おしころす

ρήμα

  1. 01 συνθλίβω μέχρι θανάτου, συμπιέζω μέχρι θανάτου
  2. 02 καταστέλλω (γέλιο, θυμό κ.λπ.), πνίγω, υποβάλλω (τη φωνή μου), κρατώ (την αναπνοή μου)
押し当てる おしあてる

ρήμα

  1. 01 πιέζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο
押し出す おしだす

ρήμα

  1. 01 εκτοπίζω, σπρώχνω προς τα έξω, εξωθώ
  2. 02 ξεκινώ όλοι μαζί, αναχωρώ μαζικά
  3. 03 προβάλλω, εφιστώ την προσοχή σε
押しかける おしかける

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω απρόσκλητος, εισβάλλω, εισέρχομαι ακάλεστος σε χώρο
  2. 02 συρρέω, κατακλύζω, μαζεύομαι κατά κύματα
押しのける おしのける

ρήμα

  1. 01 παραμερίζω, σπρώχνω στην άκρη
押し上げる おしあげる

ρήμα

  1. 01 ενισχύω, αναγκάζω να ανέβει, σπρώχνω προς τα πάνω
押し切る おしきる N1

ρήμα

  1. 01 υπερνικώ (αντίσταση), παρακάμπτω, επιβάλλομαι
  2. 02 πιέζω και κόβω
押し黙る おしだまる

ρήμα

  1. 01 σιωπώ, μένω αμίλητος
押し返す おしかえす

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω πίσω, απωθώ, εξαναγκάζω σε υποχώρηση
  2. 02 επιστρέφω (κάτι) αφού αρνηθώ την παραλαβή του, επιστρέφω
押しつぶす おしつぶす

ρήμα

  1. 01 συνθλίβω, λιώνω, ισοπεδώνω
  2. 02 ματαιώνω (ένα σχέδιο, μια αντιπολίτευση κ.λπ.), καταστέλλω, κάμπτω
押さえ込む おさえこむ

ρήμα

  1. 01 ακινητοποιώ, κρατώ κάτω, καθηλώνω
  2. 02 περιορίζω την αντίπαλη ομάδα, εμποδίζω τον αντίπαλο να σκοράρει
  3. 03 καταστέλλω, ελέγχω, συγκρατώ, περιορίζω
押しやる おしやる

ρήμα

  1. 01 απωθώ, παραμερίζω, σπρώχνω
押し入る おしいる

ρήμα

  1. 01 εισβάλλω, εισχωρώ με βία, παραβιάζω (π.χ. σε ένα σπίτι), παρεισφρέω