143 αποτελέσματα για «乗»

乗る のる N5

ρήμα

  1. 01 επιβιβάζομαι (σε τρένο, αεροπλάνο, λεωφορείο, πλοίο κ.λπ.), μπαίνω, παίρνω
  2. 02 ανεβαίνω (π.χ. σε σκαμπό), πατάω, πηδάω πάνω, κάθομαι πάνω
  3. 03 φτάνω, περνάω, ξεπερνάω
  4. 04 ακολουθώ, μένω (στην πορεία), συμβαδίζω (με την εποχή κ.λπ.)
  5. 05 παίρνω μέρος, συμμετέχω, ενώνω
  6. 06 μπαίνω στο κλίμα (και τραγουδάω, χορεύω κ.λπ.), ενθουσιάζομαι, παρασύρομαι
  7. 07 εξαπατώμαι, παρασύρομαι, ξεγελιέμαι
  8. 08 μεταφέρομαι, διαδίδωμαι, εξαπλώνομαι, διασκορπίζομαι
  9. 09 κολλάω, προσκολλώμαι, πιάνω, εφαρμόζομαι, απλώνομαι
乗せる のせる N3

ρήμα

  1. 01 βάζω πάνω, τοποθετώ πάνω (σε κάτι)
  2. 02 παίρνω κάποιον με το αυτοκίνητο, μεταφέρω, επιβιβάζω, βοηθώ να επιβιβαστεί
  3. 03 φορτώνω (αποσκευές), μεταφέρω, παίρνω μαζί μου
  4. 04 εκπέμπω, μεταδίδω (στον αέρα)
  5. 05 εξαπατώ, ξεγελώ, κοροϊδεύω
  6. 06 τραγουδάω συνοδεία (μουσικής), συνοδεύω (μουσικά)
  7. 07 επιτρέπω να συμμετάσχει, βάζω κάποιον να συμμετάσχει
  8. 08 ενθουσιάζω, διεγείρω
  9. 09 δημοσιεύω (άρθρο), καταχωρίζω (διαφήμιση)
乗り込む のりこむ N1

ρήμα

  1. 01 επιβιβάζομαι (σε τρένο, αεροπλάνο κ.λπ.), μπαίνω (σε αυτοκίνητο), ανεβαίνω (σε λεωφορείο, πλοίο)
  2. 02 μπαίνω, εισέρχομαι, φτάνω (σε)
乗り越える のりこえる

ρήμα

  1. 01 σκαρφαλώνω πάνω, ανεβαίνω πάνω, διασχίζω (π.χ. ένα βουνό), περνάω πάνω από
  2. 02 υπερνικώ, ξεπερνώ (μια δυσκολία, ένα εμπόδιο, μια ασθένεια, μια κρίση, τον πόνο)
  3. 03 ξεπερνώ, προσπερνώ (έναν προκάτοχο)
乗り切る のりきる

ρήμα

  1. 01 αντιμετωπίζω (θύελλα, τρικυμία), διασχίζω ιππεύοντας ή πλέοντας
  2. 02 ξεπερνώ (αντίξοες συνθήκες), αντέχω, βγάζω πέρα, υπερνικώ, επιβιώνω
  3. 03 φορτώνω πλήρως (π.χ. βιβλία σε ράφι, άτομα ή αποσκευές σε αυτοκίνητο)
乗り気 のりき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ενδιαφέρον, προθυμία, ενθουσιασμός
乗客 じょうきゃく N3

ουσιαστικό

  1. 01 επιβάτης
乗り出す のりだす

ρήμα

  1. 01 αποπλέω, ξεκινώ ταξίδι
  2. 02 ξεκινώ, εγκαινιάζω (ένα νέο εγχείρημα)
  3. 03 αρχίζω να ιππεύω
  4. 04 γέρνω προς τα εμπρός
乗っ取る のっとる N1

ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνω (με τη βία), παίρνω τον έλεγχο (εταιρείας, λογαριασμού κ.λπ.), κυριεύω (κάστρο, εχθρική θέση κ.λπ.), οικειοποιούμαι, σφετερίζομαι
  2. 02 αεροπειρατώ (αεροπλάνο, πλοίο κ.λπ.)
乗っかる のっかる

ρήμα

  1. 01 ανεβαίνω πάνω, επιβιβάζομαι
乗り のり

ουσιαστικό

  1. 01 οδήγηση, επιβίβαση, βόλτα, διαδρομή
  2. 02 άπλωμα, επάλειψη
  3. 03 θέσιο (όπως σε «διθέσιο»)
  4. 04 διάθεση, κέφι, ενέργεια, ενθουσιασμός, ρυθμός, αίσθηση
乗じる じょうじる

ρήμα

  1. 01 εκμεταλλεύομαι, ακολουθώ τυφλά
  2. 02 πολλαπλασιάζω
乗り物 のりもの N4

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορικό μέσο, όχημα
  2. 02 παιχνίδι (σε λούνα παρκ, θεματικό πάρκο κ.λπ.), αξιοθέατο
乗り換える のりかえる N4

ρήμα

  1. 01 μετεπιβιβάζομαι (σε άλλο τρένο ή λεωφορείο), αλλάζω συγκοινωνιακό μέσο
  2. 02 αλλάζω (ιδεολογία, κόμμα, εταιρεία), μεταπηδώ (σε άλλο σύστημα, μέθοδο), στρέφω το ενδιαφέρον μου (π.χ. σε νέο ερωτικό σύντροφο)
乗馬 じょうば

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιππασία, η πράξη της ορειβασίας σε άλογο
  2. 02 άλογο προς ιππασία, ίππος, το άλογο στο οποίο επιβαίνει κάποιος
じょう

επίθημα, άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 (νιοστή) δύναμη
  2. 02 μέτρο απαρίθμησης οχημάτων
  3. 03 πολλαπλασιασμός
  4. 04 διδασκαλίες του Βούδα
乗り移る のりうつる

ρήμα

  1. 01 μετεπιβιβάζομαι (σε άλλο μέσο μεταφοράς, όπως λεωφορείο ή πλοίο)
  2. 02 καταλαμβάνω (για θεό, πνεύμα, κ.λπ.)
乗組員 のりくみいん

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρωμα (πλοίου, αεροπλάνου, κλπ.), μέλος πληρώματος
乗員 じょういん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος πληρώματος, πληρωματικός
乗車 じょうしゃ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβίβαση (σε τρένο, λεωφορείο κ.λπ.), είσοδος (π.χ. σε ταξί)