369 αποτελέσματα για «見»

見つけ出す みつけだす

ρήμα

  1. 01 ανακαλύπτω, εντοπίζω, βρίσκω
見て取る みてとる

ρήμα

  1. 01 αντιλαμβάνομαι, κατανοώ (την κατάσταση)

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κοίταγμα, θέαση
  2. 02 δοκιμάζω
けん

ουσιαστικό

  1. 01 θέαση, οπτική (για τη ζωή κ.λπ.), προοπτική
見透かす みすかす

ρήμα

  1. 01 βλέπω μέσα από (ένα ψέμα, ένα σχέδιο κ.λπ.), διαβλέπω (το μυαλό κάποιου), διαβάζω (τα αληθινά συναισθήματα κάποιου), διεισδύω
見たところ みたところ

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 απ' ό,τι φαίνεται, φαινομενικά, εκ πρώτης όψεως, κατά τα φαινόμενα
見せかける みせかける

ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι, παριστάνω
見計らう みはからう N1

ρήμα

  1. 01 επιλέγω κατά την κρίση μου
  2. 02 επιλέγω τον κατάλληλο χρόνο για να κάνω κάτι, εκτιμώ τον χρόνο
見比べる みくらべる

ρήμα

  1. 01 συγκρίνω οπτικά, κρίνω κατόπιν σύγκρισης
  2. 02 λαμβάνω υπόψη, έχω κατά νου
見て回る みてまわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 περιφέρομαι, ξεναγούμαι
見習う みならう N1

ρήμα

  1. 01 ακολουθώ το παράδειγμα κάποιου, μιμούμαι, αντιγράφω, εμπνέομαι από τη συμπεριφορά κάποιου
  2. 02 μαθαίνω παρατηρώντας
見過ごす みすごす

ρήμα

  1. 01 αφήνω να περάσει, παραβλέπω, χάνω
見込む みこむ

ρήμα

  1. 01 προβλέπω, αναμένω, υπολογίζω, βασίζομαι, λαμβάνω υπόψη
  2. 02 εμπιστεύομαι, δείχνω εμπιστοσύνη
  3. 03 διαβλέπω προοπτικές, θεωρώ ελπιδοφόρο
  4. 04 βάζω στο μάτι, σημαδεύω, γοητεύω
見込み みこみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 ελπίδα, προσδοκία, πιθανότητα, ενδεχόμενο
  2. 02 αναμονή, πρόβλεψη, εκτίμηση
  3. 03 πλευρά δομικού στοιχείου
見舞う みまう N2

ρήμα

  1. 01 επισκέπτομαι και συμπαραστέκομαι, πηγαίνω να δω κάποιον (π.χ. στο νοσοκομείο), ρωτώ για την κατάσταση κάποιου (π.χ. για την υγεία του), ενδιαφέρομαι για την πορεία της υγείας κάποιου
  2. 02 επιτίθεμαι, χτυπώ, καταφέρω, εξαπολύω (π.χ. μια γροθιά)
見当 けんとう N3

ουσιαστικό

  1. 01 εκτίμηση, εικασία, υπόθεση, στόχος
  2. 02 κατεύθυνση, προσανατολισμός
  3. 03 σημάδι στοίχισης (στις εκτυπώσεις)
  4. 04 περίπου, γύρω από
見受ける みうける

ρήμα

  1. 01 παρατηρώ, βλέπω, υποθέτω, συμπεραίνω από την εμφάνιση
見合う みあう

ρήμα

  1. 01 κοιτάζω ο ένας τον άλλον, ανταλλάσσω βλέμματα
  2. 02 αντιστοιχώ σε, είμαι ανάλογος με, συνάδω με, αντισταθμίζω, εξισορροπώ
見解 けんかい N3

ουσιαστικό

  1. 01 γνώμη, άποψη
見入る みいる

ρήμα

  1. 01 κοιτάζω επίμονα, ατενίζω, καρφώνω το βλέμμα μου σε κάτι
  2. 02 μαγεύω, συναρπάζω, κυριεύω, σαγηνεύω