178 αποτελέσματα για «飛»

飛ぶ とぶ N5

ρήμα

  1. 01 πετάω, αιωρούμαι
  2. 02 πηδάω, αναπηδάω, χοροπηδάω, κάνω άλμα
  3. 03 πιτσιλάω, σκορπίζω, εκτοξεύομαι (π.χ. σπινθήρες)
  4. 04 βιάζομαι, τρέχω βιαστικά
  5. 05 φεύγω, τρέπομαι σε φυγή, ξεφεύγω
  6. 06 εξαφανίζομαι, σβήνω, λιγοστεύω
  7. 07 σπάω, ξεκολλάω, πέφτω, καίγομαι (για ασφάλεια)
  8. 08 εκδίδεται (για παραγγελία), διαδίδονται (π.χ. ψευδείς φήμες, αποδοκιμασίες)
  9. 09 έρχεται με ορμή (για μπουνιά, κλωτσιά κ.λπ.)
  10. 10 λείπει (για σελίδα, βελονιά κ.λπ.), παραλείπω, πηδάω (π.χ. σε μια συζήτηση)
飛び出す とびだす N3

ρήμα

  1. 01 πηδάω έξω, αναπηδώ, πετάγομαι έξω, ορμάω έξω, βγαίνω τρέχοντας
  2. 02 εμφανίζομαι ξαφνικά, αναδύομαι, ξεπροβάλλω
  3. 03 προεξέχω, εξέχω
  4. 04 αποχωρώ (από εταιρεία, από τον τόπο μου κ.λπ.), το σκάω (από το σπίτι), κόβω τους δεσμούς
  5. 05 αρχίζω να πετάω
飛ばす とばす N3

ρήμα, άλλο

  1. 01 πετάω, εκτοξεύω, στέλνω να πετάξει, παρασύρω (π.χ. από τον άνεμο), εκτοξεύω, πυροβολώ, εκσφενδονίζω, ρίχνω
  2. 02 παραλείπω, αφήνω έξω, προσπερνώ, παραλείπω (π.χ. έναν πόντο), προχωρώ γρήγορα (π.χ. σε βίντεο)
  3. 03 τρέχω γρήγορα, οδηγώ γρήγορα, καλπάζω
  4. 04 ψεκάζω, πιτσιλάω, ραντίζω
  5. 05 λέω χωρίς επιφύλαξη, φωνάζω (π.χ. χλευασμό), λέω γρήγορα (π.χ. ένα αστείο)
  6. 06 διαδίδω (π.χ. φήμη), κυκλοφορώ, στέλνω (μήνυμα), εκδίδω (π.χ. έκκληση)
  7. 07 μεταθέτω (σε λιγότερο σημαντική θέση), στέλνω μακριά (π.χ. σε επαρχιακό παράρτημα), υποβιβάζω
  8. 08 αποστέλλω γρήγορα (π.χ. έναν ρεπόρτερ)
  9. 09 ξεφορτώνομαι, καίω (π.χ. το αλκοόλ)
  10. 10 επιτίθεμαι (π.χ. με κίνηση ποδιού)
  11. 11 κάνω δυναμικά, κάνω άτσαλα, κάνω με ενέργεια
飛び込む とびこむ N2

ρήμα

  1. 01 πηδάω μέσα, ορμάω μέσα, βουτάω, ρίχνομαι
  2. 02 εισβάλλω, μπουκάρω
飛び降りる とびおりる

ρήμα

  1. 01 πηδάω κάτω, καταπηδάω, πηδάω από
飛び散る とびちる

ρήμα

  1. 01 πετιέμαι τριγύρω, διασκορπίζομαι
飛行機 ひこうき N5

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπλάνο, αεροσκάφος
飛びつく とびつく

ρήμα

  1. 01 ορμάω, πηδάω πάνω, πέφτω πάνω
飛び上がる とびあがる

ρήμα

  1. 01 αναπηδώ, πηδώ ψηλά
  2. 02 πετάω ψηλά, απογειώνομαι
  3. 03 προσπερνώ, παραλείπω
飛び交う とびかう

ρήμα

  1. 01 πετώ τριγύρω, πετώ από εδώ κι από εκεί, διασταυρώνομαι στον αέρα πετώντας
飛行 ひこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτήση, πέταγμα, αεροπορία
飛行 ひぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απρόσκοπτη πτήση
飛びかかる とびかかる

ρήμα

  1. 01 ορμώ, εκτινάσσομαι πάνω, επιτίθεμαι με ορμή, ρίχνομαι πάνω (π.χ. σε έναν εχθρό)
飛び立つ とびたつ

ρήμα

  1. 01 πετάγομαι, σηκώνομαι απότομα, τινάζομαι όρθιος, πετάω μακριά, απογειώνομαι
飛び回る とびまわる

ρήμα

  1. 01 πετώ εδώ και εκεί
  2. 02 πηδώ εδώ και εκεί
  3. 03 τρέχω και δεν φτάνω, είμαι πολύ απασχολημένος
飛び越える とびこえる

ρήμα

  1. 01 πηδώ πάνω από κάτι, υπερπηδώ, ξεπερνώ
  2. 02 πετώ πάνω από κάτι, διασχίζω πετώντας
  3. 03 προσπερνώ κάποιον, παραλείπω, υπερπηδώ
飛び跳ねる とびはねる

ρήμα

  1. 01 αναπηδώ, χοροπηδώ
飛び乗る とびのる

ρήμα

  1. 01 πηδώ πάνω σε (άλογο), πηδώ μέσα σε (λεωφορείο, τρένο κ.λπ.), επιβιβάζομαι βιαστικά σε (ταξί)

ουσιαστικό

  1. 01 πύργος
  2. 02 μπαλιά στον αέρα
飛び出る とびでる

ρήμα

  1. 01 προεξέχω, εξέχω, πετάγομαι έξω (π.χ. μάτια)
  2. 02 πηδώ έξω, ορμώ έξω